\\               ΤΙΜΕ ΙΝ ΑΤΗΕΝS            


GREEKS 
IN AUSTRALIA

Explore the Map above





 


 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Τα σχόλια σας  πρός δημοσίευση  είναι ευπρόσδεκτα Κάντε κλικ εδώ
Μία αγγελία...

-Άκουσε κάτι πολύ - πολύ ενδιαφέρον, και... αστείο θα μπορούσε να πει κανείς: «Τριανταοχτάρης, πανέμορφος, ευκατάστατος, ευαίσθητος, ρομαντικός, αναζητά σοβαρή δεσποινίδα με σκοπό το γάμο», Τηλ. κτλ. κτλ. Η Μίνα κυττάζει τη Μιράντα ερωτηματικά. -Τι διαβάζεις παιδί μου; -Μία αγγελία, τι άλλο; Απαντάει η Μιράντα. -Σοβαρολογείς; Γράφει τέτοιο πράγμα: «πανέμορφος... ρομαντικός... ευκατάστατος»; Ο Χριστός και η Παναγία! Απορώ κι εξίσταμαι. Είχα την εντύπωση πως μόνο ηλικιωμένοι, κακομούτσουνοι και άτυχοι έβαζαν αγγελίες τέτοιου είδους. Τώρα διαπιστώνω... εκτός αν είναι πλάκα! Έτσι; λέει η Μίνα. -Ε, ναι. Θα μπορούσε όμως και να μην είναι, εσύ τι λες; ρώτησε ρητορικά η Μιράντα με ένα πονηρό χαμόγελο. -Έχει και τηλέφωνο; ενδιαφέρθηκε να μάθει η Μίνα, σα να ήθελε να βεβαιωθεί για το αν πρόκειται για φάρσα ή μία κανονική αγγελία. -Ε, ναι βέβαια, το είπα αυτό. Αγγελία είναι, απαντάει πάλι η Μιράντα. -Και δεν παίρνουμε να κάνουμε χάζι; Φαίνεται πολύ... «φαιδρός» ο τύπος! λέει η Μίνα πονηρά. -Α, δεν ξέρω! Αν θές να διαπιστώσεις του λόγου το αληθές, τότε πάρε εσύ. Μη μ’ ανακατεύεις εμένα. -Έλα, παιδί μου, μαζί θα το κάνουμε! Προτείνει πάλι η Μίνα.

-Όχι, όχι, δε θέλω να αναμειχθώ. Εγώ διάβασα την αγγελία γιατί μου έκανε εντύπωση. Δεν ενδιαφέρομαι παραπέρα, επιμένει τώρα η Μιράντα. -Καλά! λέει η Μίνα κι αφού σκέφτεται για λίγο ξαναλέει: -Εντάξει, μωρέ, δώσε μου τα στοιχεία και θα τηλεφωνήσω εγώ. -Αλήθεια σ’ ενδιαφέρει να γνωρίσεις κάποιο άτομο εξ αγγελίας; Ρώτησε η Μιράντα κυττάζοντάς την. -Τι να γνωρίσω παιδί μου; Θέλω ν’ακούσω, να πάρω μία «γεύση», του τι φρούτο είναι ο «πανέμορφος» αυτός άντρας, δήλωσε η Μίνα χαμογελώντας πονηρά. Λέγοντας αυτά τα τελευταία η Μίνα, πήρε το τηλέφωνο της αγγελίας και βγήκε από το δωμάτιο. Με αποφασιστικότητα και με ένα πονηρό χαμόγελο σχημάτισε έναν αριθμό, πατώντας τα πλήκτρα του κινητού της. Δεν άργησε ν’ ακούσει μία ευχάριστη αντρική φωνή στην άλλη άκρη του τηλεφώνου. Κράτησε την αναπνοή της για μία στιγμή, αλλά γρήγορα επανέκτησε την ψυχραιμία της. Ο διάλογος με τον άγνωστο δεν διήρκησε παρά ελάχιστα λεπτά. Δεν άργησε λοιπόν να επιστρέψει πίσω στη Μιράντα που ανυπομονούσε ξαφνικά ν’ ακούσει. -Τι έγινε; Τη ρώτησε. -Τηλεφώνησα κι έκλεισα ραντεβού με το πρόσωπο, γι’ αύριο βράδυ, είπε η Μίνα με θριαμβευτικό ύφος. -Έλα τώρα, δε σε πιστεύω! Έτσι στα γρήγορα; Δε μου φαίνεται πολύ φυσικό. Παίρνεις τηλέφωνο και με την πρώτη πετυχαίνεις ένα ραντεβού με ένα άγνωστο πρόσωπο; Παράξενο στ’ αλήθεια, ομολόγησε η Μιράντα.

-Πώς αλλιώς γίνεται; Μπαίνει η αγγελία και το πρόσωπο περιμένει ανταπόκριση και... όταν τη λάβει... αποφασίζει, είπε πάλι γελώντας η Μίνα. -Δεν ήταν κάπως γρήγορο; ρωτάει η Μιράντα με περιέργεια. -Γρήγορο ή όχι... κλείσαμε ραντεβού το πρόσωπο κι εγώ. Δικαίωμά σου να με πιστέψεις ή όχι, είπε η Μίνα χαμογελώντας πάντα πονηρά.

Χαρά Θεού ήταν η ημέρα που είχε ξημερώσει. Η Μιράντα είχε προγραμματίσει να πάει ενωρίς στο γραφείο εκείνο το πρωϊνό. Γίνονταν κάποιες αλλαγές στο τμήμα της και είχε θεωρήσει ότι ήταν καλύτερα να βρίσκεται εκεί, έτσι για να μην της ξεφύγει τίποτα. Είχε λοιπόν ξυπνήσει πολύ πρωΐ, είχε πάει για το ημερίσιο, καθιερωμένο jogging, γύρω από το τετράγωνο του σπιτιού της, και γυρνώντας κατάφερε να πιει μισό ποτήρι γάλα, να κάνει ένα ντουζ και ύστερα από λίγο, είχε κιόλας ξεκινήσει για το γραφείο της, που απείχε από το σπίτι της περίπου είκοσι-εικοσιπέντε λεπτά με το αυτοκίνητο. Στο γραφείο της πλέον, είχε κιόλας ταχτοποιήσει κάποιους φακέλους που ήταν προγραμματισμένο να κυτταχτούν στα γρήγορα από τον διευθυντή της, πρώτη δουλειά εκείνη την ημέρα, και έχοντας αφήσει το γραφείο της κύτταζε τώρα για κάποια ντοσιέ, στα ξύλινα ράφια του τοίχου. -Καλημέρα σας! άκουσε μία άγνωστη φωνή πίσω της και γυρίζοντας με τη διάθεση να ανταποκριθεί σ’ εκεινον τον χαιρετισμό, είχε βρεθεί απέναντι από «έναν άντρα, αρκετά νέον, αν και απροσδιορίστου ηλικίας».

-Καλημέρα σας! ανταποκρίθηκε η Μιράντα λιγάκι σαστισμένη από το απροσδόκητο. -Να σας συστηθώ, αν μου επιτρέπετε... συνέχισε εκείνος. -Κύριε προσωπάρχα, σας ζητούν στο τηλέφωνο, τον διέκοψε μία υπάλληλος δίπλα του, άγνωστο πώς κι από πού είχε ξεφυτρώσει και είχε επεμβεί, ματαιώνοντας τη σύσταση στην οποία επρόκειτο να προβεί ο «κύριος προσωπάρχης», ο νέος προσωπάρχης... «μάλλον»! Εκείνος λοιπόν -ο κ. προσωπάρχης-, χαμογέλασε πολύ ευγενικά στη Μιράντα, που τον κυττούσε τώρα δικαιολογημένα-, με ορθάνοιχτα μάτια. Εκείνος πάντα ευγενικός, της ζήτησε συγγνώμη με μία μικρή υπόκλιση, είπε «θα τα πούμε σε λίγο!» και απομακρύνθηκε ακολουθώντας την «απρόσκλητη» κυριολεκτικά, υπάλληλο. Έτσι είχε σκεφτεί η Μιράντα για την απρόοπτη επέμβασή της τη στιγμή της παρολίγον σύστασή της με τον «κ. προσωπάρχη»! Η Μίνα γύρισε πίσω στο γραφείο της κάπως αποπροσανατολισμένη από το ξαφνικό: δηλαδή από την άφιξη νέου προσωπάρχη, κυρίως όμως από τη διάθεσή του να της συστηθεί και στα γρήγορα τέλος πάντων. Όλο αυτό της φαινόταν αρκετά περίεργο. Δεν άργησε όμως να συγκεντρωθεί στη δουλειά της και να ξεχάσει το πρωϊνό επεισόδιο με τον κ. προσωπάρχη και αυτόν μαζί. Τι την ενδιέφερε τέλος πάντων αυτήν; Πρόσωπα: προσωπάρχες, διευθυντές, ανώτεροι, κατώτεροι, αυτό ήταν πια ένα συνηθισμένο φαινόμενο στη δουλειά της. Κατά το μεσημέρι κι ενώ ήταν προσηλωμένη στον υπολογιστή της, άκουσε την γνωστή πλέον φωνή του νέου προσωπάρχη:
 
-Κυρία μου, συγγνώμη που σας διακόπτω... Τι θα λέγατε να πάρουμε έναν καφέ μαζί για να αλληλοσυστηθούμε επιτέλους μια και δεν πρόλαβα να το κάνω ενωρίτερα! -Δεν μπορώ να σας απαντήσω, παρά μόνο αν το θεωρήσετε εντολή που πρέπει να εκτελέσω! Είπε η Μιράντα χαμογελώντας ευγενικά. -Είμαι ο Ντίνος. Κι εσείς... -Η Μιράντα! Απάντησε εκείνη κοκκινίζοντας. Ο άντρας χαμογέλασε. Έδινε την εντύπωση ότι ήξερε κιόλας πολλά για την υπηρεσία την οποία είχε αναλάβει. -Όπως έλεγα λοιπόν Μιράντα... θέλω να πω... σας απαλλάσσω από τα καθήκοντά σας στο γραφείο για τόση ώρα μόνο, όση χρειάζεται η συντροφιά ενός καφέ. Είναι άλλωστε η κατάλληλη ώρα για ένα διάλειμμα. Η Νικόλ θα πάει αργότερα για το μεσημεριανό της, όταν εσείς θα επιστρέψετε. Της μίλησα. Τι λέτε λοιπόν; -Αν είναι έτσι, εντάξει, είπε η Μιράντα και σηκώθηκε, αργά από το κάθισμά της μάλλον μηχανικά, από τα «ασυνήθιστα» καμώματα του νέου προσωπάρχη. Προχωρούσαν προς το ασανσέρ όταν τη ρώτησε: -Θα μου επιτρέψεις να σου μιλάω στον ενικό Μιράντα; Ελπίζω να μη δυσκολευτείς να κάνεις το ίδιο, τουλάχιστον όταν είμαστε μόνοι. Η Μιράντα συμφώνησε πάλι μ’ ένα «εντάξει». -Θα πρέπει να πω πως βρίσκομαι στην πόλη σας εδώ και δύο εβδομάδες, όμως μόλις σήμερα ανέλαβα καθήκοντα προσωπάρχη στην Εταιρεία. Η διεύθυνση είχε θεωρήσει απαραίτητη αυτή την προετοιμασία και τον κάποιο τουρισμό στα περίχωρα της όμορφης πόλης σας, για την εξοικείωσή μου με το περιβάλλον της. Μου αρέσει τελικά... είπε λες και μιλούσε στον εαυτό του. Η Μιράντα δεν είχε ενοχληθεί από αυτό, όμως δεν μπορούσε παρά να προσέξει τη συμπεριφορά του Ντίνου. Ήταν άνθρωπος με πεποίθηση, έμπειρος στους τρόπους και στους κανόνες επικοινωνίας με τους άλλους. Καθώς έπαιρναν τον καφέ τους ο Ντίνος εντελώς τυπικά ζήτησε από τη Μιράντα να βγούν έξω το βράδυ της ίδιας ημέρας. Είχε πει πως δεν είχε ντάμα, δεν ενδιαφερόταν να ψάξει για μια, καθώς ήταν πολύ ευτυχής για τη συνάντησή τους και θα ήταν ακόμη περισσότερο, αν τον συνόδευε σε επίσημο δείπνο με κάποιες προσωπικότητες της πόλης και τη διεύθυνση της Εταιρείας τους. Η Μιράντα και πάλι είχε αναρωτηθεί για αυτή την πρόταση και είχε κομπιάσει να απαντήσει. Τελικά το έκανε κάπως στεναχωρημένη. -Ξέρετε δεν είμαι βέβαια αν πρέπει... Θέλω να πω... να, δεν είμαι προετοιμασμένη για κάτι τέτοιο. -Προετοιμασμένη; Μια χαρά κορίτσι είσαι, μα το λόγο μου. Αν δεν σε θεωρούσα κατάλληλη θα σου πρότεινα κάτι τέτοιο; Λοιπόν; επέμενε τώρα ο Ντίνος. -Εντάξει... είχε πει πάλι η Μιράντα κοκκινίζοντας. Ο άντρας είχε χαμογελάσει ευγενικά παρατηρώντας διαρκώς τη συμπεριφορά της, συμπεριφορά αμήχανης νέας μπροστά στο ασυνήθιστο. Στην προκειμένη περίπτωση επρόκειτο για τη δική του συμπεριφορά -του αγνώστου- και το ήξερε. Ήταν κυριολεκτικά ένας άγνωστος ακόμη και ως «ο κύριος προσωπάρχης» και παρά τη θέση του στην Εταιρεία. -Ξέρεις δεν είχα ποτέ δώσει τόση σημασία στη λέξη εντάξει. Αρχίζει να μου αρέσει! Την πείραξε με φιλική διάθεση και πάντα κυττάζοντάς την στα μάτια, που τον κυττούσαν με μία διαρκή περιέργεια.

Την ίδια ημέρα, το βράδυ, η Μίνα είχε το ραντεβού της με τον άγνωστο της αγγελίας. Είχε γυρίσει αρκετά κουρασμένη από το γραφείο και είχε ξαπλώσει στον καναπέ. Η τηλεόραση ήταν ανοιχτή, αλλά άκουγε μόνο. Κόντευε να την πάρει ο ύπνος όταν την ξεσήκωσε το τηλέφωνο. Το είχε δίπλα της. Έκλεισε αμέσως την τηλεόραση και το απάντησε. Ήταν η φωνή του αγνώστου της αγγελίας: «Δεσποινίς Μίνα... σας ζητώ συγγνώμη, αλλά δε θα μπορέσουμε να συναντηθούμε τελικά. Πρέπει να ετοιμαστώ, καθώς θα πρέπει να είμαι εκτός πόλεως ενωρίς τα χαράματα. Λυπάμαι. Στο μέλλον ίσως, κρατάω το νούμερο του τηλεφώνου σας». Η Μίνα είπε ένα «καταλαβαίνω, δεν πειράζει!» και έκλεισε το τηλέφωνο. «Όπως ήρθε έτσι έφυγε. Σαν ένα φύσημα!» σκέφτηκε κουρασμένη. Είχε στ’ αλήθεια απογοητευτεί. Αποφάσισε να τηλεφωνήσει στη Μιράντα. Κι εκείνη ακουγόταν κουρασμένη και ανήσυχη. Άκουσε όμως τι είχε να της πει η φίλη της. Η Μίνα δεν δίστασε να της εξομολογηθεί ότι είχε στεναχωρηθεί για την αποχώρηση του αγνώστου της αγγελίας, κυρίως όμως από το προσκήνιο της ζωής της. «Μη στεναχωριέσαι θα έρθει κάποιος άλλος, πολύ καλύτερός του ίσως... άλλωστε τι έχασες; Ήταν ένας άγνωστος!» «Κι εσύ;» την είχε ρωτήσει η Μίνα. «Τι κι εγώ;» «Έχεις έξοδο το βράδυ; Γιατί αλλιώς θα μπορούσαμε να βγούμε μαζί» είπε η Μίνα. «Συγγνώμη... δε θα μπορέσω απόψε. Έχω μία δουλειά...» είχε απαντήσει η Μιράντα μάλλον στεναχωρημένη, και η Μίνα ακάθεκτη επέμενε: «Τι δουλειά;» «Έλα μην είσαι αδιάκριτη! Τι ερώτηση είναι αυτή; Όταν λέω ότι έχω δουλειά, αυτό μόνο του δε θα πρέπει να είναι αρκετό;» ρώτησε στεναχωρημένη η Μιράντα. Δεν μπορούσε βέβαια να της πει περισσότερα για κάτι για το οποίο δεν ήταν βέβαια η ίδια. Αυτά τα πράγματα δε βγαίνουν εύκολα από μέσα σου, πρέπει να αισθάνεσαι άνετα. Άλλωστε ό,τι κι αν έλεγε σχετικά με αυτό που της είχε συμβεί στο γραφείο, θ’ ακουγόταν εξίσου απίστευτο με εκείνο, που είχε συμβεί στη Μίνα. Πλην-συν ήταν τα δύο εκείνα ραντεβού, ένα αρνητικό, ένα θετικό... Δουλειά ήταν, της το είχαν επιβάλει: η θέση του άλλου και η επιμονή του. Μπορούσε να αρνηθεί; Διευθύνων ήταν. Ένιωθε που ένιωθε παράξενα, δεν ήθελε να χειροτερέψει τη διάθεσή της. «Καλά... καλά! καταλαβαίνω!» είχε πει τελικά η Μίνα φανερά απογοητευμένη, και είχε κλείσει το τηλέφωνο. Η Μιράντα είχε τοποθετήσει το τηλέφωνο πίσω στη συσκευή αφηρημένα. Φανταζόταν τη Μίνα μόνη και στεναχωρημένη και στεναχωριόταν και η ίδια. «Κύττα κάτι παράξενα που μας έτυχαν και μάλιστα την ίδια ημέρα!» απόρησε μονολογώντας. Εκείνο το βράδυ η Μίνα βγήκε έξω με την αδερφή της, Σουζάνα. Δεν είχαν παρκάρει καλά-καλά, όταν μπροστά από το αυτοκίνητό τους ήρθε και παρκάρησε ένα πολυτελές BMW. Δεν θα είχε καμμία σημασία για τη Μίνα αν από το όχημα αυτό δεν έβγαινε ένας πολύ κομψός και πολύ ελκυστικός άντρας, που βιαστικός είχε κατευθυνθεί στην πόρτα του συνοδηγού για να την ανοίξει και να προτείνει το χέρι του –«σαν ο πιο ρομαντικός ιππότης μιας άλλης ξεχασμένης εποχής» σκέφτηκε, σε μία νέα γυναίκα, που όταν βγήκε προσεκτικά από μέσα, δεν ήταν άλλη από τη Μιράντα. Η Μίνα δεν κρατήθηκε: «Μιράντα!» έκραξε με έκπληξη και με μία αδικαιολόγητη αλλά και δικαιολογημένη ταυτόχρονα, δόση θυμού. Η Μιράντα -γιατί πράγματι αυτή ήταν- γύρισε προς το μέρος της αναψοκοκκινισμένη και τη χαιρέτησε. Μ’ ένα βήμα η Μίνα βρέθηκε δίπλα της. Στο πρόσωπό της διαγραφόταν τώρα ένα πονηρό χαμόγελο. Άθελά της ο νους της έτρεξε στην αγγελία της εφημερίδας, την προηγούμενη ημέρα. «Δε θα με συστήσεις στον συνοδό σου;» ρώτησε με μία πρωτοφανή και αδικαιολόγητη αυθάδεια, εντελώς ξένη στην προσωπικότητά της. Η Μιράντα δεν τα έχασε, μόνο είπε απλά: «Ναι, βέβαια, ο κύριος Παπαζάχος, η φίλη μου η Μίνα Μπερνς», έδειξε με κινήσεις του κεφαλιού της ήσυχα. Ο Ντίνος με ύφος σοβαρό, σχεδόν απροσπέλαστο, κάνοντας μια ανεπαίσθητη υπόκλιση είπε: «Κυρία μου, πώς είστε;» Η Μίνα ακούγοντας τη φωνή του είχε σκεφτεί αμέσως: «Τη φωνή αυτή κάπου την ξέρω... κάπου την έχω ακούσει... Ναι βέβαια... Μα είναι δυνατόν κάτι τέτοιο; Όχι βέβαια, αποκλείεται! Απλή σύμπτωση είναι... Άλλωστε οι φωνές συχνά μοιάζουν και δη στο τηλέφωνο!» Με αυτό το σκεπτικό, αστραπιαία η Μίνα επανέκτησε τη συνηθισμένη αξιοπρέπειά της και είπε σοβαρή: «Να μη σας καθυστερώ... επιτρέψτε μου λοιπόν να σας ευχηθώ καλή νύχτα!» Η Μιράντα με τον Ντίνο την καληνύχτησαν εξίσου τυπικά και απομακρύνθηκαν χωρίς να βιάζονται. Η Μίνα όμως είχε σταθεί εκεί και τους κύτταζε για λίγο ενώ απομακρύνονταν. Βρισκόταν σε μια ασυνήθιστη κατάσταση. Μέσα της ένιωθε να ζώνεται από περίεργες αμφιβολίες.

Ο Ντίνος κρατώντας τη Μιράντα αγκαζέ την οδήγησε στο υπερπολυτελές εστιατόριο του ξενοδοχείου, μόλις λίγο πιο κάτω από εκεί που είχαν παρκάρει. Στην είσοδο μίλησε στο νεαρό μία στιγμή μόνο και μετά του έδωσε τα κλειδιά του αυτοκινήτου του. «Yes Sir!» είχε πει ο νεαρός και αμέσως μετά είχε κατευθυνθεί προς το μέρος όπου είχαν παρκάρει. Για εκείνη τη συνάντηση με τη Μίνα, η Μιράντα δεν είχε αρθρώσει ούτε μία λέξη παρά το γεγονός ότι κάτι το αόριστο την ανησυχούσε σχετικά μ’αυτήν. Ένα αίσθημα αβεβαιότητας την τριγύριζε. Ένιωθε ότι ήταν παρείσακτη σ’ εκείνο τον άγνωστο -εκ του σύνεγγυς- κόσμο, στον οποίο ολοφάνερα ανήκε ο Ντίνος. Άκουγε και κυττούσε μονάχα. Δεν ήταν «παρά μία υπάλληλος της Εταιρείας διάβολε!» και εκείνος ήταν ο Προσωπάρχης ενός μεγάλου τμήματός της. Αυτό από μόνο του συνεπαγόταν σπουδές και πτυχία, αν σκεφτόταν κανείς και την ηλικία του. «Άραγε πόσων χρονών είναι;» Σταμάτησε να σκέφτεται. Στην πολυτελή αίθουσα υποδοχής ο Ντίνος ανέφερε το όνομά του. Από εκεί οδηγούμενοι από έναν καλοντυμένο υπάλληλο, προχώρησαν στην είσοδο της τεράστιας αίθουσας του εστιατορίου. Ελάχιστα τραπέζια ήταν άδεια. Οδηγήθηκαν σ’ ένα από αυτά. Ήταν ήδη κατειλημμένο, πλην δύο θέσεων, τις δικές τους προφανώς. «Άραγε ποιοι είναι όλοι αυτοί;» αναρωτήθηκε η Μιράντα που δεν καταλάβαινε γιατί ειδικά αυτή, από τον τόσο θηλυκόκοσμο της Εταιρείας, θα έπρεπε να συνοδέψει τον κ. προσωπάρχη, τον κυριολεκτικά άγνωστό της, προσωπάρχη-άντρα, σε ένα τέτοιο σημαντικό δείπνο με προσωπικότητες της πόλης τους. Δεν ανησυχούσε ότι θα μπορούσε ίσως και να τον ντροπιάσει; Αναρωτήθηκε ξανά για όλα αυτά τα ασυνήθιστα, μάλλον ανήσυχη. Προσπάθησε να ηρεμήσει. Χαμογέλασε με αμηχανία στον Ντίνο που την κύτταζε σα να ήθελε να βεβαιωθεί για την άνεσή της σ’ εκείνο το περιβάλλον, εντός ενός κύκλου αγνώστων. Το βλέμμα του μίλαγε για την εμπιστοσύνη του σ’ αυτήν. Η Μιράντα το ένιωσε και καθησύχασε κάπως. Ο υπάλληλος-συνοδός, της υπέδειξε ένα από τα δύο καθίσματα. Αφού η Μιράντα στάθηκε μπροστά από αυτό ο υπάλληλος έσπρωξε διακριτικά το κάθισμα της για να καθίσει. Εκείνη όμως στάθηκε όρθια και περίμενε. «Να σου συστήσω τη συντροφιά μας αγαπητή», είπε ο Ντίνος και άρχισε να ονομάζει τους συνδαιτημόνες τους: «ο διοικητής της... κ. Χάουζεν και η κυρία Χάουζεν, ο διευθυντής της Εταιρείας... κ. Μίλνερ και η κ. Μίλνερ, ο διευθυντής του Νοσοκομείου Ανιάτων... κ. Πόρτλαντ και η κ. Πόρτλαντ... η κυρία Μιράντα Μπράδερ... σύμβουλός μου...» είπε ο Ντίνος έχοντας καθίσει τελικά. Η Μιράντα, είχε σοκαριστεί από τη δήλωσή του «σύμβουλός του»; αναρωτήθηκε. Ήταν ο νέος της ρόλος αυτός και της τον ανήγγειλε σε εκείνο το μάλλον highclass society... της πόλης; Με ελαφρές κλίσεις κεφαλής και με το πασίγνωστο «How do you do?» αρχικά, στη συνέχεια και ενώ είχε καθίσει επιτέλους, συγκεντρώθηκαν στην παρέα και στα γνωστά κοινά: κάποιο αστείο που τις περισσότερες φορές ήταν καθαρά εκπροσωπευτικό προϊόν αγγλικού χιούμορ -δύσπεπτου μεν, αλλά αναπόφευκτου-, λίγα επικοινωνιακά νέα, σχετικά με την προσωπική τους ζωή και την επαγγελματική. Τα κρασιά ανέπνεαν πάνω στο εντυπωσιακό τραπέζι με τα όμορφα κάτασπρα λουλούδια μέσα σε κρύσταλλο και τα ασημένια καλογυαλισμένα μαχαιροπήρουνα. Επρόκειτο για «Silver service», και δεν επρόκειτο... απλά για τίτλο... -Αγαπητή πώς βλέπετε την καθημερινότητα της εποχής μας; Ρώτησε ο κ. Πόρτλαντ ξαφνικά τη Μιράντα. -Ενδιαφέρουσα η ερώτησή σας κ. Πόρτλαντ... δε νομίζω ωστόσο ότι θα μπορούσα να σας απαντήσω με δυο λέξεις. Ίσως να συμφωνήσετε ότι εξαρτάται από πολλούς παράγοντες... -Έτσι ακριβώς είναι όπως τα λέτε αγαπητή, πετάχτηκε η κ. Πόρτλαντ, που προφανώς είχε στημένα τ’ αυτιά της στα όποια λόγια του συζύγου της και συνέχισε: -Κι εδώ που τα λέμε... μαύρο κι άραχνο διαγράφεται το αύριο, αν καλοκυττάξουμε την καθημερινότητα αυτής της στιγμής. Την άλλη του μέλλοντος θα έπρεπε να έχουμε στο νου μας, και να προετοιμάζουμε, γιατί αν εμείς σήμερα θεωρούμε ότι είμαστε καλά, τ΄αγγόνια μας... δεν το βλέπω να χαίρονται τις συνθήκες αυτές... δεν ξέρω πώς θα πορεύονται, αλλά τρέμω να το φανταστώ και μόνο! Η κ. Πόρτλαντ είχε κοκκινήσει. Δεν ήταν βέβαιο αν έφταιγε το κρασί ή ο ‘φόβος της για το αύριο των εγγονιών της’. Η Μιράντα ενώ διαπίστωνε την κοινή αντίληψη, δεν καταλάβαινε γιατί η κ. Πόρτλαντ στεναχωριόνταν τόσο πολύ για το αύριο. Προφανώς υπήρχαν αποθέματα για τους απογόνους τους... ή μήπως τα φαινόμενα απατούσαν; Βέβαια ένα τρόπος ζωής σαν εκείνον που οι συνδαιτημόνες της παρουσιάζονταν να πορεύονται: να τρώνε σε πολυτελή εστιατόρια, όπως το παρόν, να ταξιδεύουν πρώτη θέση στο αεροπλάνο και να μένουν στο King’s apartment, σε ξενοδοχεία πέντε αστέρων κτλ., κτλ. κοστίζει, και μόνο με «μπόλικο χρήμα» μπορείς να κοιμάσαι ήσυχος για το αύριο. Ήταν επίσης κοινή αντίληψη ότι οι λεφτάδες ακούγονται σαν κακομοίρηδες και στεναχωριούνται σαν κουρελήδες –εντάξει είναι λίγο υπερβολικό...- για τις περιουσίες τους. Ανησυχούν, φοβούνται αέναα για τη μείωσή τους, μήπως τις χάσουν κι ας έχουν τρανταχτές επενδύσεις. «Οι κακομοίρηδες... έχουν λόγους να άγχονται!» Όσο ειρωνικό κι αν ακούγεται αυτό το τελευταίο στην πραγματικότητα είναι κομμάτι δυστυχισμένοι, γιατί ο νους τους κατακυριεύεται από την επίμονη σκέψη πώς θα πρέπει να συνεχίζουν να αυγαταίνουν τον πλούτο τους και πώς θα πρέπει να επενδύουν διαρκώς το περίσσευμα... για να το διατηρούν στα εκάστοτε απαιτούμενα επίπεδα. Ταυτόχρονα βέβαια όφειλαν να περνούν καλά, γιατί έτσι είχαν μάθει αλλά και γιατί ήταν μέρος της όλης εικόνας, που πρόβαλαν έξω στην κοινωνία τους, για τον εαυτό τους. Ανήκαν στο κλαμπ των πλουσίων, ίσως-ίσως ακόμη, σ’ εκείνο των “filthy rich”!.. Η Μιράντα αναστέναξε. Ο Ντίνος που είχε ακούσει άθελά του τα παραπάνω με τους Πόρτλαντ κύτταξε τη Μιράντα και αγγίζοντας το μπράτσο της την υποχρέωσε να γυρίσει προς το μέρος του, αφού πρώτα ζήτησε συγγνώμη από το αντρόγυνο. -Μη δίνεις και πολύ σημασία σε όσα ακούς. Είμαστε εδώ για να περάσουμε καλά. Αργότερα θα χορέψουμε. Όπως βλέπεις έχει live music... και πολύ ωραία πίστα... Η Μιράντα τον κύτταξε με ευγνωμοσύνη. Δεν ήθελε να φανεί ανάγωγη προς την παρέα του αφεντικού της. Εξάλλου δεν ήταν εντελώς άσχετη με όλα εκείνα που έλεγαν. Ήταν μεν μία υπάλληλος, είχε όμως το πτυχίο της, της οικονομολόγου. «Επομένως... δεν είμαι και «η τελευταία ή η κατώτερη» εδώ πέρα!» σκέφτηκε και αισθάνθηκε καλύτερα. Ο Ντίνος σήκωσε το ποτήρι του και ζήτησε το δικό της, αδιαφορώντας για τους άλλους. -Στη γνωριμία μας Μιράντα, είπε σιγανά και της χαμογέλασε με το πιο ελκυστικό του χαμόγελο. -Στην υγεια μας! Α... και κάτι ακόμα... δεν είχα ειδοποιηθεί ότι θα είμαι η σύμβουλός σου! Είναι γεγονός αυτό ή... ήταν απλά ένα «λογοπαίγνιο»; Αντευχήθηκε και ρώτησε μετριόφρονα εκείνη. -Είναι γεγονός αγαπητή μου! απάντησε ο Ντίνος σοβαρός. Η Μιράντα τον κύτταξε σοβαρή. -Μα δεν είναι ανορθόδοξο αυτό, το απότομο, το ξαφνικό, μεταξύ προϊσταμένου και υπαλλήλου; Τόλμησε να ρωτήσει μια και είχε αρχίσει να μπερδεύεται όλο και περισσότερο. -Η Εταιρεία μ’ έχει διορίσει προσωπάρχη τους τμήματος και έχω το δικαίωμα να διαλέξω τη σύμβουλό μου. Και... δεν είναι τυχαίο αυτό. Μελέτησα το φάκελλό σου! Δεν διάλεξα λοιπόν την πρώτη... τυχούσα, αν αυτό είναι που σε ανησυχεί, είπε χαμογελώντας γοητευτικά. Η Μιράντα έπεφτε από έκπληξη σε έκπληξη. Της είχε πει ότι είχε δύο εβδομάδες στην πόλη τους δεν της είχε όμως πει ότι εργαζόταν μπροστά στον υπολογιστή καθημερινά μελετώντας τους φακέλλους -παντός ύλης- της Εταιρείας! Και τότε που της συστήθηκε γνώριζε ήδη αρκετά για τον επαγγελματισμό της στην Εταιρεία τους.

«Η περίφημη αγγελία είχε αποσυρθεί...» Η Μίνα το είχε προσέξει. Είχε μια υποψία που δεν άντεξε να την κρατήσει μέσα της και την εξέφρασε τελικά στη Μιράντα με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο, όταν την επόμενη της δόθηκε η ευκαιρία: «Ο πανέμορφος εργένης... έχει αποσύρει και την αρχική αγγελία στην εφημερίδα... εκ των πραγμάτων βέβαια, αφού ο άνθρωπος άφησε την πόλη μας. Εκτός αν πρόκειται για κάτι άλλο... αν βρήκε κάποια που του φάνταξε... οπότε... καταλαβαίνεις τι εννοώ Μιράντα;» Η Μιράντα την είχε κυττάξει και είχε δείξει ότι δεν την ενδιέφερε και πολύ εκείνη η υπόθεση. «Γιατί ασχολείσαι μ’ αυτό τώρα πια;» είχε ρωτήσει δικαιολογημένα. «Γιατί... να σου πω μου κόλλησε η ιδέα ότι ο άγνωστος της αγγελίας και ο Ντίνος «σου», είναι το αυτό πρόσωπο. Η φωνή του Ντίνου, μοιάζει απόλυτα μ’ εκείνη του αγνώστου της αγγελίας». Η Μιράντα είχε μείνει με το στόμα ανοιχτό. Η φίλη της τόσων χρόνων, η Μίνα την κατηγορούσε για κάτι που δεν είχε ιδέα, που δεν υπήρχαν αποδείξεις, για μια υπόθεση, που τελικά ίσως και να ήταν πλάσμα της φαντασίας της; «Τι να σου πω Μίνα! Πρώτα απ’ όλα δεν είναι «ο Ντίνος μου»... και δεύτερον θ’ αλλάξεις γνώμη αν σου πω ότι ο Ντίνος είναι ο προσωπάρχης του τμήματος όπου εργάζομαι και ότι είναι νέος στην πόλη μας; Θέλω να πω ότι δεν είναι δυνατόν να έχει λόγους να βάλει μία αγγελία τέτοιου είδους στις εφημερίδες. Σιγά τώρα, μήπως και δεν μπορεί να βρει γυναίκα αν θέλει!» «Μην τον υπερασπίζεσαι... μπορεί και να έχω δίκιο. Μπορεί να το διασκεδάζει έτσι ο τύπος!» επέμενε εντελώς παράλογα η Μίνα. Η Μιράντα έχει εκνευριστεί με τη συμπεριφορά της Μίνας. «Εντάξει. Ας πούμε ότι έχεις δίκιο. Πώς θα το διαπιστώσεις τελικά; Μπορείς να μου πεις;» ρώτησε η Μιράντα φανερά θυμωμένη. Είχε άδικο; Η Μίνα είχε καταχραστεί τη φιλία τους κι αυτό την πονούσε. Ύστερα από εκείνα που είχαν ειπωθεί ανάμεσά τους, η Μιράντα είχε λόγους να πιστεύει, ότι η Μίνα την είχε ζηλέψει όταν την είχε δει με τον Ντίνο εκείνο το μοιραίο βράδυ κάτω στην πόλη. Δεν μπορούσε όμως να κάνει κάτι γι’ αυτό, πέρα από το γεγονός ότι λυπόταν για την άδικη, την αδικαιολόγητη αλλαγή των σχέσεών τους: στα καλά καθούμενα είχαν γίνει «άσπονδες φίλες». «Κόβω το κεφάλι μου, ότι πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο! Δε μου ξεφεύγουν εμένα αυτά!» είχε συνεχίσει να γκρινιάζει η Μίνα για τη Μιράντα και το αφεντικό της τον Ντίνο, στην αδερφή της Σουζάνα. Η τελευταία είχε πει στη Μίνα πως δεν είναι αδύνατον να μοιάζουν οι φωνές των ανθρώπων μεταξύ τους -ιδιαίτερα στο τηλέφωνο- και ότι το πιθανότερο ήταν να είχε κάνει λάθος. Πώς ήταν δυνατόν να πιστεύει σε κάτι τόσο παράλογο πια: ότι δηλαδή το πρόσωπο της αγγελίας και ο Ντίνος Παπαζάχος το αφεντικό της Μιράντας, ήταν ένα και το αυτό πρόσωπο.

Εκείνο το πρωϊνό στο αεροδρόμιο της πόλης ο Ντίνος Παπαζάχος χαιρετούσε τον αδερφό του Άλεξ: «Τώρα και έχοντας βρει ενδιαφερόμενες... -πώς την είπες κείνη τη νέα; Μίνα; Τώρα σηκώνεσαι και φεύγεις». «Έλα κι εσύ τώρα! Ένα πείραμα ήταν. Το χρειαζόμουν για τη μελέτη μου. Τι τέλος πάντων τραβάει περισσότερο τις γυναίκες; Ο πλούτος, η γοητεία ή το μυαλό;» «Και λοιπόν;» ρώτησε ο Ντίνος και ο Άλεξ είπε με βεβαιότητα: «Θα σ’ απογοητέψω αδερφέ μου... και τέρας να είσαι κι ό,τι κι αν είσαι, ένα μετράει πιότερο: το χρήμα και μην κάνεις λάθος!» «Έλα, είσαι όπως πάντα απόλυτος!» επέμενε ο Ντίνος. «Έρευνα κάνω και έχω διαπιστώσει τη ματαιότητα του ανθρώπου και την αγάπη του για το ψιλό. Είναι ανάγκη αυτό που κάνω, είναι η δουλειά μου και το ξέρεις» γέλασε ο Άλεξ. «Άστα αυτά που ξέρεις «μικρέ». Γκομενάκιας και παιχνιδιάρης ήσουν μια ζωή!» τον πείραξε ο Ντίνος και συνέχισε: «Έλα, πρέπει να περάσεις στον έλεγχο. Θα ιδωθούμε τα Χριστούγεννα. Μέχρι τότε, «πανέμορφε και ευκατάστατε» να προσέχεις, και όχι άλλες αγγελίες. Άντε μπράβο! Δεν τις χρειάζεσαι για να σπας πλάκα. Γιατί κάποτε όλα αυτά θα γίνουν μπούμερανγκ εναντίον σου! Να μου το θυμάσαι και να προσέχεις» τον συμβούλεψε ο Ντίνος. «Στις διαταγές σας, πρεσβύτερε!» απάντησε ο χαριτωμένος κατά τα άλλα, Άλεξ. Τα δύο αδέρφια αγκαλιάστηκαν. Ο Ντίνος απομάκρυνε τον Άλεξ κάποια στιγμή για να τον κυττάξει καταπρόσωπο, κι ύστερα τον ξαναγκάλιασε. Εκείνος τον κύτταξε και χαμογέλασε πονηρά: «Δεν μπορούμε να σε φτάσουμε στην εντιμότητα αδερφέ μου! Κάποιος θα πρέπει επιτέλους να κάνει τις βρωμιές μέσα στην οικογένεια!»

-Έχω δύο εισητήρια για την όπερα, είπε ο Ντίνος σκύβοντας πάνω από την Μιράντα εκείνο το πρωί. -Δε θα μπορέσω. Συγγνώμη γι αυτό. -Έκανα κάτι και δεν το ξέρω; ρώτησε ξαφνιασμένος από το ύφος της ο Ντίνος. -Όχι βέβαια, είπε η Μιράντα κοκκινίζοντας. Έλεγε ψέματα. Ο Ντίνος της έπιασε το χέρι. -Σήκω! Θα μου εξηγήσεις τι σου συμβαίνει, παίρνοντας έναν καφέ μαζί μου. Ακολούθησέ με αυτή τη στιγμή, είπε επιτακτικά και την υποχρέωσε να τον ακολουθήσει στο γραφείο του. Κλείνοντας την πόρτα πίσω του της έδειξε την πολυθρόνα απέναντί του. -Λοιπόν; ακούω. Είπε επιτακτικά. -Δεν έχω να πω τίποτα αλήθεια. Δεν συμβαίνει τίποτα, επέμενε η Μιράντα ήσυχη. -Δεν το πιστεύω. Από εχτές είσαι συννεφιασμένος ουρανός. Συμβαίνει κάτι; Φταίω για κάτι; επέμενε ο Ντίνος. -Δεν μπορώ ν’ ασχοληθώ με τέτοια πράγματα. Είμαι η ιδιαιτέρα σου και δουλειά μου είναι να εκτελώ όσο καλύτερα μπορώ τα καθήκοντά μου απέναντί σου. -Ωραία. Σου ζητάω λοιπόν να μου πεις τι συμβαίνει και είσαι άκεφη από εχτές. Άλλαξες απότομα απέναντί μου. Δεν μπορεί παρά να έχει μεσολαβήσει κάτι. Αυτό το κάτι θέλω να ξέρω. Περιμένω λοιπόν. Ο Ντίνος είχε ξεπεράσει τα όρια της αξιοπρέπειάς του: ήταν οργισμένος. -Είναι προσωπικό... ξέρεις, απάντησε άφοβα η Μιράντα.

-Υπάρχει κάποιος άντρας στη ζωή σου και δεν το ήξερα; Ρώτησε στεναχωρημένα τώρα ο Ντίνος. Ξαφνικά ανάπνεε βαριά. Η Μιράντα το πρόσεξε. -Όχι, όχι... δεν είναι αυτό, αντέδρασε κοκκινίζοντας. -Εντάξει. Ακούω λοιπόν, γιατί πού το ξέρεις, ίσως και να μπορώ να σε βοηθήσω, είπε φανερά ανακουφισμένος από την απάντησή της. Εύρισκε σιγάσιγά τον εαυτό του και πάλι. Η Μιράντα τον κύτταξε. Ήταν ειλικρινής και το διάβαζε στα μάτια του. Άρχισε λοιπόν να μιλάει αργά προσπαθώντας να εξηγήσει στον Ντίνο. -Άρχισε σαν μια αστεία ιστορία... ξέρεις η φίλη μου η Μίνα -τη γνώρισες την πρώτη ημέρα της γνωριμίας μας, το βράδυ, όταν πηγαίναμε σ’ εκείνο το δείπνο- πιστεύει ότι έχεις σχέση με μία αγγελία που είχε δημοσιευτεί σε εφημερίδα τοπική. Εγώ την είχα διαβάσει γιατί μου είχε κάνει εντύπωση και η Μίνα -έτσι στ’ αστεία αρχικά- είχε τηλεφωνήσει και κατά σύμπτωση ο άντρας που είχε βάλει την αγγελία, με το πρώτο κιόλας τηλεφώνημά της, είχε κλείσει ραντεβού μαζί της. Το ματαίωσε όμως στη συνέχεια, λίγο αργότερα την ίδια ημέρα, λέγοντας ότι έπρεπε να φύγει την επομένη. Όταν λοιπόν σας σύστησα το βράδυ που ήμασταν μαζί, είχε πιστέψει ότι εσύ ήσουν ο άντρας της αγγελίας. Δεν ξέρω πώς και γιατί, επιμένει όμως ότι εσύ είσαι ο άντρας της αγγελίας, ότι σε αναγνώρισε από τη φωνή σου. Ο Ντίνος άκουγε με μεγάλο ενδιαφέρον. -Μάλιστα... Και η αγγελία; Τι έλεγε εκείνη η... αγγελία; Ρώτησε ο Ντίνος κυττάζοντας τη Μιράντα στα μάτια.

-Η αγγελία τι έλεγε; Να θυμηθώ λιγάκι. Έλεγε... Α ναι βέβαια... έλεγε λοιπόν: «τριανταοχτάχρονος πανέμορφος... -...ευκατάστατος, ευαίσθητος, κτλ. κτλ. συμπλήρωσε ο Ντίνος γελώντας καλόκαρδα, και αφήνοντας τη Μιράντα άναυδη. -Έλα Μιράντα, μην κάνεις έτσι! Δεν ήμουν εγώ αυτός! Δεν καταλαβαίνεις; Αν έγινε ένα τέτοιο λάθος, φταίει ο αδερφός μου ο Άλεξ, το ζιζάνιο. Όμως πραγματικά αναχώρησε την επομένη της δημοσίευσης της αγγελίας, ο Άλεξ. Αυτός τα κάνει αυτά τα κόλπα και τα κάνει για να βγαίνει έξω με διάφορες γυναίκες. Δε θα το πιστέψεις, ότι παρά τις σκανταλιές του είναι αξιαγάπητος. Ο Άλεξ κάνει μία μελέτη. Είναι κοινωνιολόγος ξέρεις... και ασχολείται με διάφορα. Εργάζεται και για έναν εκδοτικό οίκο και γράφει μία σειρά από βιβλία σχετικά με την επιστήμη του, κατάλαβες; Η αλήθεια είναι ότι ο Άλεξ είναι και πολύ εργένης. Συχαίνεται τη νομιμότητα. Κάποια μέρα όμως, θα την πάθει. Δεν αμφιβάλλω γι αυτό. Απλά, δε βρήκε τη γυναίκα του ακόμα. Αυτό είναι. Και πού σαι; Είναι τριαντάρης και όχι τριανταοχτάρης, το αδερφάκι μου. Έχει επομένως πολύν καιρό μπροστά του. Η Μιράντα τον προσέχει. Προσέχει κάθε λέξη του. Είναι τόσο ευχαριστημένη. Πρόκειται λοιπόν για παρεξήγηση. Σκέφεται τη Μίνα και τον τρόπο που θα πρέπει να χρησιμοποιήσει, αυτή την τόσο σημαντική πληροφορία, ώστε να μην τη θίξει ή την κάνει να ντρέπεται για την σοβαρή εκείνη παρεξήγηση που λίγο έλειψε να κοστίσει την καλή τους σχέση.

-Δεν ξέρω αν θα με πιστέψει η Μίνα... αλλά όταν επιστρέψει κάποια στιγμή ο Άλεξ θα μου κάνεις μεγάλη χάρη, αν τα καταφέρεις –αν γίνεται βέβαια- να τον παρουσιάσουμε στη Μίνα. Έτσι για να πειστεί επιτέλους.

Ύστερα από μήνες στο αεροδρόμιο της πόλης... -Μ’ επεθύμησες και ήρθες λοιπόν! -Είπα... Χριστούγεννα έρχονται... εργένης είναι... λεφτά διαθέτει... τι έχω να χάσω; Εξάλλου μου το είχες ζητήσει όταν αποχωρούσα, αν θυμάμαι καλά. -Άσε τι σου ζήτησα εγώ... Τα καλά και συμφέροντα λοιπόν! Και οι γονείς μας; Δεν τους λυπήθηκες που τους άφησες μόνους; -Σώπα που τους άφησα μόνους! Μιλάς λες και ζουν σε άλλον Πλανήτη. Μία ώρα με τ’αεροπλάνο απέχουν απ’ εδώ. (Γελάει) Τους ζάλισα τόσο πολύ με τα δικά μου, που μετά χαράς θα με ξεφορτώνονταν με την όποια δοθείσα ευκαιρία. Πρέπει ν’ αποκατασταθώ κάποια στιγμή. Να γίνω οικονομικώς και αισθηματικώς ανεξάρτητος σε σημείο ώστε να μείνω μόνος και μακριά από τους γονείς μας. Με μαμά και μπαμπά από το κοντό, μόνο παρατηρήσεις και συμβουλές ακούω. -Έλα, που έχεις και παράπονα. Λες και δε σε ξέρω. Και λεφτά έχεις και ό,τι θέλεις το έχεις, απλά είσαι ανοργάνωτος. Τέλος πάντων! Ο Ντίνος βάλθηκε να βοηθήσει τον Άλεξ με τις αποσκευές του στο αυτοκίνητό του. -Σ’ ευχαριστώ Ντίνο, για τον κόπο σου. -Αδερφός μου είσαι! Σάββατο είναι, ελεύθερος είμαι, γιατί όχι; Ταξιδεύουν προς την πόλη.

-Έχεις όρεξη να βγούμε έξω σήμερα το βράδυ; Ρωτάει τον Άλεξ ο Ντίνος. -Με καλή παρέα; -Θα προσπαθήσω να σ’ ευχαριστήσω... -Ο.Κ. έγινε.

-Να σου συστήσω τη φίλη μου Μιράντα και τη φίλη μας, Μίνα! -Χαίρομαι κυρίες μου! Βλέπω ότι ο Ντίνος δε χάνει τον καιρό του. Οι δύο ευπαρουσίαστες νέες γυναίκες ανταποκρίνονται χαμογελώντας. -Μην τρέχεις και τόσο Άλεξ! Πάντα τρέχεις, ακόμη κι όταν βάζεις αγγελίες στην εφημερίδα, και όταν πετύχεις στον σκοπό σου και πριν να συναντήσεις το πρόσωπο, τρέχεις και αφανίζεσαι, λέει ο Ντίνος εντελώς απροειδοποίητα. Ο Άλεξ μένει άναυδος. -Εγώ αγγελία; Πότε το έκανα αυτό; Μόλις βγήκα από το αεροπλάνο αδερφέ μου, λέει γελώντας χαριτωμένα. -Για να ρωτήσουμε τη Μίνα. Νομίζω πως κάτι έχει να μας πει. -Μίνα... Μίνα... ακούω το όνομα και όλο και περισσότερο μου φαίνεται γνωστό. Κυττάζει τη Μίνα προσεκτικά. -Γνωριζόμαστε; Μήπως είχαμε γνωριστεί την τελευταία φορά που ήμουν εδώ; Κάτι μου λέει το όνομα, αλλά δε θυμάμαι. -Όχι δε γνωριζόμαστε, δεν γνωριζόμαστε καθόλου. Το όνομά μου είναι μάλλον κοινό στις ημέρες μας, λέει η Μίνα αποφασισμένη να μη συνεχίσει, από εκεί που είχε σταματήσει ο Ντίνος. Η Μίνα έχει αντιληφθεί περισσότερα από ότι ήθελαν οι φίλοι της Μιράντα και Ντίνος. Αυτοί πάλι έχουν αντιληφθεί για την απόφαση της Μίνας να μην αναφέρει τίποτα σχετικό με την αγγελία του παρελθόντος, και τη σέβονται. -Κι εκείνο, για μια αγγελία, δεν το θυμάμαι και καλά αυτό... Δεν αποκλείεται και να είχα βάλει κάποια. Είναι το χόμπι μου, αλλά με βοηθάει και στη δουλειά μου ξέρετε, δεν είμαι κακός! είπε χαμογελώντας ντροπαλά. -Πέρασε ένα χρόνος από την τελευταία φορά πού ήσουν εδώ. Πού να θυμάσαι; λέει ο Ντίνος. -Δε μου λες Μίνα, εσύ με ποιον είσαι; με τον αδερφό μου που με διαβάλλει συνεχώς ή μ’ εμένα που ενδιαφέρομαι να περάσουμε όλοι μαζί ένα όμορφο βράδυ; Η Μίνα είναι ξαφνικά πολύ σοβαρή. Ντρέπεται για τις υποψίες της εναντίον της Μιράντας και του Ντίνου, όλο αυτό το διάστημα. Έχει επιτέλους μπροστά της τον άνθρωπο της αγγελίας. Της είχε γίνει βραχνάς η ιδέα της προδοσίας και είχε κοντέψει να τα χαλάσει με την αδερφική της φίλη, εξαιτίας του. -Συγγνώμη, εγώ δεν τα ξέρω τα δικά σας. Είμαι απλά η φίλη της Μιράντας. Σου εύχομαι όμως να περάσεις καλά στη διάρκεια της παραμονής σου στην πόλη μας. Ο Άλεξ την κυττάζει ήσυχος. Αντιλαμβάνεται την επιφυλακτικότητα της νέας απέναντί του. Η Μίνα δε θέλει πολλά μαζί του. Το νιώθει. Δεν καταλαβαίνει όμως τους λόγους. Η Μιράντα ρωτάει:

-Ντίνο, πού θα καθήσουμε τελικά; Όχι βέβαια εδώ, καταμεσίς του δρόμου! -Ναι βέβαια... εννοώ όχι. Είπαμε πού θα πάμε! Εδώ δίπλα είναι, είπε ο Ντίνος. Η Μιράντα στάθηκε δίπλα στον Ντίνο και μαζί προχώρησαν μπροστά, με τον Άλεξ και τη Μίνα ν’ ακολουθούν. Η Μίνα ήταν άκεφη. Ο Άλεξ ήσυχος για λίγο, ρώτησε ξαφνικά. -Λοιπόν... τι λέγαμε; Η Νίνα τον κύτταξε πλάγια. -Δε λέγαμε! είπε ήσυχη. -Να πούμε λοιπόν, για να γνωριστούμε καλύτερα. Όπως είπα, είμαι κοινωνιολόγος. Κι εσύ; -Ψυχολόγος και εργάζομαι στο Υπουργείο Παιδείας. -Τι λες; Άκρως ενδιαφέρον! Ξέρεις ότι οι κλάδοι μας είναι συνεργάσιμοι; Η Μίνα δεν απαντάει. Τι να πει, εφόσον αυτό ήταν κοινή γνώση. -Κάτι μου λέει μέσα μου πως εμείς οι δύο αρχίσαμε άσχημα. Μόνο που ακόμα δεν έπιασα την αιτία. Θα το ψάξω όμως. Μπορεί και να μη σου αρέσω, έτσι; Η Μίνα τον κυττάζει ήσυχα. Ένα αινιγματικό μειδίαμα πλανιέται μόνιμα στα χείλια της. -Μόλις που γνωριστήκαμε Άλεξ. Δώσε στον απέναντί σου –εμένα στην προκειμένη περίπτωση- λίγο χρόνο. Έτσι βιάζεσαι πάντα; -Περίπου! Η ζωή τρέχει κορίτσι μου. Δε θέλω να χάνω λεπτό, είπε ο Άλεξ με πολύ κέφι.

-Ενδιαφέρον! Και τι θα πρέπει να κάνουμε εμείς για να αισθάνεσαι καλύτερα Άλεξ; Ρώτησε η Μίνα εντελώς απροσδόκητα. -Να... να έρθουμε λιγάκι πιο κοντά, ν’ απλοποιήσουμε τη σχέση μας. Έχουμε κιόλας τόση ώρα που μιλάμε, την πείραξε ο Άλεξ. Η Μίνα όμως τον κυττάζει χωρίς να μιλάει. Δεν είναι κακό παιδί ο άντρας δίπλα της, το νιώθει. Όμως δεν της πάει ν’ ασχολείται πλέον με αυτό το τόσο πεζό ζήτημα: τι θέλει ο άντρας και τι θέλει αυτή. Νιώθει ότι δεν μπορεί να σχετιστεί μ’ έναν άντρα που χρησιμοποιεί αδιάκριτες συμπεριφορές.

Η Μίνα είχε αλλάξει πολύ στο διάστημα ενός χρόνου. Αυτό μάλιστα, είχε αρχίσει να συμβαίνει από τη στιγμή που είχε υποψιαστεί ότι πιθανόν η φίλη της η Μιράντα, ήταν η αιτία που είχε ματαιωθεί το ραντεβού της, με τον άγνωστο της αγγελίας. Ήξερε ότι η Μιράντα θυμόταν τους τηλεφωνικούς αριθμούς που την ενδιέφεραν, έστω και αν τους είχε διαβάσει μία μόνο φορά. Είχε φωτογραφική μνήμη. Της είχε κολλήσει λοιπόν ότι είχε απομνημονεύσει τον αριθμό της αγγελίας και αργότερα μυστικά –παράξενο το σκεπτικό της στ’ αλήθεια- είχε επικοινωνήσει με το πρόσωπο της αγγελίας. Υποπτευόταν λοιπόν ότι αυτό το πρόσωπο ήταν ο Ντίνος και ότι η Μιράντα πίσω από την πλάτη της, είχε κλείσει ραντεβού μαζί του. Βέβαια, η υπόθεση όπως είχε στηθεί από τη Μίνα, σκόνταφτε στο γεγονός ότι ο Ντίνος όντως ήταν προσωπάρχης τμήματος της Εταιρείας όπου εργαζόταν η Μιράντα. Καθώς λοιπόν αυτό ήταν ασυμβίβαστο με το όλο σκηνικό της υποψίας της, κάποια στιγμή είχε αρχίσει να πελαγώνει με τις σκέψεις της και παρά το γεγονός ότι ήταν ψυχολόγος δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί είχε κολλήσει εκεί. Αναμφίβολα χρησιμοποιούσε πολύ καλύτερα τον επαγγελματισμό της με τους άλλους απ’ ότι με τον εαυτό της. Τελικά είχε επιστρέψει στην πόλη τους ο περίφημος άντρας της αγγελίας, ο Άλεξ, και ω του θαύματος, ήταν εκεί μαζί της, περπατούσε δίπλα της και φυσικά οι υποψίες της αποδεικνύονταν αβάσιμες, και οι ενοχές που την είχαν κατακυριεύσει, την πέδευαν. Δύσκολο χάπι να το καταπιεί. Είχε φανεί μικροπρεπής απέναντι στη Μιράντα και στον άσχετο με την όλη υπόθεση, Ντίνο. Δεν ένιωθε λοιπόν καθόλου καλά. Ντροπιασμένη, μίζερη και κακόκεφη αποφάσισε να τους αφήσει με τη δικαιολογία πονοκεφάλου. Η Μιράντα κατανοούσε τους λόγους γι’ αυτή τη συμπεριφορά της Μίνας. Δεν ήθελε όμως να πει τίποτα. Ήταν μεν λυπημένη για τη Μίνα και τις τύψεις της, ήταν όμως και πολύ ευχαριστημένη που η άφιξη του Άλεξ είχε σβήσει από τη σκέψη της Μίνας κάθε σύννεφο υποψίας εναντίον της. Επιτέλους θα μπορούσαν να κυτταχτούν στα μάτια χωρίς καμία, ούτε την ελάχιστη υποψία να τα παραδέρνει. Η Μίνα λοιπόν δυσκολευόταν να ηρεμήσει. Όπως ήταν φυσικό ο Άλεξ ήταν ο μόνος που δεν είχε ιδέα για το δράμα που παιζόταν. Ο Ντίνος την είχε ρωτήσει ευγενικά αν θα μπορούσαν να την πάνε στο σπίτι της αφού δεν αισθανόταν καλά. Η Μίνα τον είχε ευχαριστήσει και αποφασιστικά είχε πει ότι δε χρειαζόταν. Έδωσε ύστερα το χέρι της στον Ντίνο, ζητώντας συγγνώμη που αποχωρούσε, φίλησε τη Μιράντα λέγοντας ένα σιγανό «καληνύχτα» και ύστερα γυρίζοντας στον Άλεξ είπε: -Χάρηκα Άλεξ και σου εύχομαι καλές γιορτές και καλή παραμονή στην πόλη μας. -Α... όχι έτσι! Λόγω Χριστουγέννων θα έλεγα υπαγορεύεται... Την τράβηξε κοντά του μαλακά και ενώ η Μίνα τα είχε χάσει εντελώς, εκείνος μπροστά στα έκπληκτα μάτια των άλλων, τη φίλησε με πάθος στο στόμα. -Αυτό... γιατί έχω την εντύπωση ότι σε γνωρίζω. Δεν το καταλαβαίνω αυτό. Πάντως μου αρέσει το άτομο που κρύβεται πίσω από το πρόσωπο και... πίσω από το όνομα, ‘Μίνα’!

-Άλεξ, τι εννοείς επιτέλους; ρώτησε η Μίνα. -Μα είναι δυνατόν να μην καταλαβαίνεις; Όταν ένας αντρας θέλει να παρουσιάσει τη φίλη του στους γονείς της... δεν σημαίνει αυτό μόνο του, κάτι σοβαρό; -Ίσως! Για σένα προσωπικά όμως... -θέλω να είμαι ειλικρινής μαζί σου- δεν ξέρω τι σημαίνει, πέρα από αυτό που απλά κάνει κάποιος. Εννοώ την πράξη στην πραγματικότητα. -Την πραγματικότητα! Έλα τώρα! Σταμάτα να γκρινιάζεις! Μη μου τα μπερδεύεις! Έτσι πολύπλοκοι σαν εσένα είναι όλοι οι ψυχολόγοι, ή εσύ αποτελείς εξαίρεση; Απαίτησε χαϊδευτικά ο Άλεξ. Η Μίνα γύρισε το κεφάλι της μπροστά λες και ήθελε να δει κάτι, λες και δεν είχε ακούσει λέξη από εκείνα που είχε πει ο Άλεξ. -Ναι την πραγματικότητα, να τα θυμάσαι αυτά τα λόγια μου, είπε αργά σα να μονολογούσε, σα να προέλεγε κάτι, σα να έβλεπε κάτι φριχτό μάλλον -αν και αόρατο- σαν το μέλλον καθαυτό. Δεν μίλησαν στην υπόλοιπη διαδρομή. Ο Άλεξ φαινόταν περισσότερο από κύριος του εαυτού του και η Μίνα το είχε αισθανθεί. «Αντρική ανωτερότητα!» σκέφτηκε μέσα της, με ένα αίσθημα θυμού. Δεν είπε όμως τίποτα σχετικά για τα συναισθήματά της. Ήταν σιωπηλή τόσο σιωπηλή! Ταξίδευαν για ώρες... Η Μίνα είχε αρχίσει να κουράζεται. Ήταν ωστόσο μια πολύ ενδιαφέρουσα διαδρομή. Μικρά υψώματα, εκτάσεις πεδινές όπου κάποιες αγελάδες ευφραίνονταν με το ξεβγαλμένο από την φρέσκια βροχή, χορταράκι τους, δάση και νερά. Όταν έφτασαν τελικά σε ένα μεγάλο κτήμα, οδήγησαν μέσα από μία μεγάλη αλέα με λεύκες στις δύο πλευρές της. Το σπίτι που αντίκρυσαν και σε σχέση με τον χώρο γύρω του, έδινε την εντύπωση πως ήταν κτισμένο στο κέντρο ενός ατέλειωτου κομματιού γης. Το αυτοκίνητο πέρασε τη μεγάλη σιδερένια καγκελόπορτα, που ήταν ανοιχτή σα να τους περίμεναν οι ιδιοκτήτες του και αφού κύλησε αργά στην υπόλοιπη υπέροχη αλέα, βρέθηκαν μπροστά από ένα τεράστιο κτίσμα –«το πατρικό μας σπίτι»- όπως είχε πει ο Άλεξ όταν το αντίκρυσαν. Σταμάτησαν με το αυτοκίνητο λίγα μέτρα μακριά του. Πιο πέρα βρισκόταν η βάση της ευρύχωρης σκάλας, που οδηγούσε στην εντυπωσιακά μεγάλη είσοδο του σπιτιού. -Φτάσαμε επιτέλους! Είπε ο Άλεξ με μία παράξενη σοβαρότητα. Τότε η Μίνα πρόσεξε πως στο τεράστιο πέτρινο κεφαλόσκαλο περίμενε μία γυναίκα κάποιας ηλικίας.

Δεν ρώτησε. Αν και υποπτευόταν ποια ήταν, περίμενε από τον Άλεξ να της εξηγήσει. Βγήκαν από το αυτοκίνητο χωρίς βιασύνη. Ο Άλεξ, κρατώντας τη Μίνα από το χέρι, προχώρησε μαζί της αργά προς την μεγαλοπρεπή σκάλα. Ενώ ανέβαιναν τα σκαλοπάτια η χαμογελαστή γυναίκα που τους περίμενε, τους καλωσόριζε κιόλας χαρούμενη: -Καλώς τους, καλώς τους! -Μητέρα... πάλι εδώ είμαι, ανταποκρίθηκε ο Άλεξ συγκρατημένα. -Καλώς τον επαναστάτη μας! Είπε εκείνη φανερά συγκινημένη, ανοίγοντας την αγκαλιά της. Ο Άλεξ προχώρησε γρήγορα, αφήνοντας πίσω του τη Μίνα να παρακολουθεί τη σκηνή συγκινημένη. Διαπίστωνε ότι η μητέρα του Άλεξ ήταν μία πολύ γοητευτική γυναίκα. Ο Άλεξ αγκάλιασε τη μητέρα του και έμειναν έτσι αγκαλιασμένοι για λίγο. Ύστερα αφήνοντας τη μητέρα του απαλά, κατέβηκε ως το σκαλοπάτι όπου στεκόταν η Μίνα παρακολουθώντας διαρκώς τις αντιδράσεις του Άλεξ και της μητέρας του, την έπιασε τρυφερά από το χέρι και την οδήγησε μπροστά στη μητέρα του. -Μητέρα να σου συστήσω την καλή μου φίλη Μίνα, είπε ο Άλεξ με κάποια επισημότητα. -Καλώς ήρθες στο σπιτικό μας Μίνα. Χαίρομαι που σε γνωρίζω. Δεν με έχει συνηθίσει σε τέτοιου είδους εκπλήξεις, ο Άλεξ. Τον βλέπω άλλωστε σπάνια. Ευτυχώς που υπάρχουν τα τηλέφωνα και κρατάμε την επαφή μας. Έτεινε το χέρι της στη Μίνα πάντα χαμογελαστή.

Η Μίνα χαμογέλασε με τη σειρά της και είπε ευγενικά. -Κι εγώ χαίρομαι για τη γνωριμία μας, κ. Παπαζάχου. -Μωρήν, φώναζέ με Μωρήν, καλή μου! Ελάτε όμως, ας μη στεκόμαστε εδώ έξω, είπε η κ. Παπαζάχου και πιάνοντας τη Μίνα από το χέρι, μαζί και οι τρεις τους, προχώρησαν στο εσωτερικό του σπιτιού. Η μία έκπληξη διαδεχόταν την άλλη. Το σπίτι εκείνο ήταν μάλλον ένα μικρό παλάτι. Ένας άντρας περασμένης ηλικίας έκανε μία ελαφρά υπόκλιση στη Μίνα, όταν η κ. Παπαζάχου είπε: -Μίνω... η κ. Μίνα... -Μπερνς! Πρόσθεσε ντροπιασμένη η Μίνα. -Μπερνς, λοιπόν επανέλαβε η κ. Παπαζάχου, χωρίς να στεναχωριέται για τίποτα. Ο Μίνως έκανε πάλι μία ελαφρά υπόκλιση και είπε σοβαρός: -Καλώς ήρθατε κ. Μπερνς στο Estate της οικογενείας Παπαζάχου. Η Μίνα χαμογέλασε και είπε ένα απλό «ευχαριστώ Μίνω». Ο Άλεξ παρακολουθούσε αδιάκοπα τις αντιδράσεις της Μίνας. «Ως εδώ, καλά πάμε!» σκέφτηκε. –Μητέρα, έχεις χαιρετισμούς από τον Ντίνο και είπε πως θα σας επισκεφτεί με την πρώτη ευκαιρία. -Θα είναι καλά να έρθετε και να είστε εδώ και οι δυο σας, όταν ο πατέρας σας επιστρέψει από το Perth. Έχετε πολύν καιρό να ανταμώσετε. Ο Άλεξ δεν απάντησε. Η Μίνα είχε ξαφνικά το αίσθημα ότι ο Άλεξ είχε αντιδράσει κάπως ανέκφραστα σ’ εκείνα τα ελάχιστα που είχε πει η κ. Παπαζάχου σε σχέση με τον πατέρα του. Δεν την απασχόλησε ωστόσο αυτή η υπόνοια. Μόλις πρωτογνώριζε ένα τρίτο μέλος της οικογένειας και το πρόσωπο αυτό ήταν η κ. Παπαζάχου. Δεν είχε ωστόσο καμμία διάθεση να βουλιάξει στις όποιες υποψίες. Αυτή η τακτική δεν διακρινόταν για τα αίσια αποτελέσματά της. Προχώρησαν σ’ ένα τεράστιο ανοιχτό χώρο όπου στη μία πλευρά του ανοιγόταν μία μεγαλοπρεπής σκάλα που οδηγούσε στον δεύτερο όροφο. «Πρέπει να είναι ένα πολύ ακριβό σπίτι ετούτο!» σκέφτηκε η Μίνα, χωρίς ωστόσο να εντυπωσιάζεται στο ελάχιστο από εκείνα που έβλεπε. Στην πραγματικότητα αυτή η μεγαλοπρέπεια την απωθούσε. Ήταν κάτι εντελώς ξένο προς τη δική της προσωπικότητα και λειτουργούσε σαν εμπόδιο ανάμεσα στην υπόστασή της και εκείνους που υποκλίνονταν σε μία τέτοια «περιττή» μάλλον πολυτέλεια. «Όταν κάποιος έχει τόσα πολλά ώστε να του περισσεύουν, μπορεί να επιδίδεται σε τέτοιου είδους ασκήσεις. Κάπου θα πρέπει να τοποθετήσει το πλεόνασμα!» -Μίνα... απ’ εδώ, είπε ο Άλεξ και πιάνοντάς την από τον αριστερό της άγκωνα την οδήγησε προς μία μεγάλη ανοιχτή τζαμόπορτα που το φώς που έμπαινε από το άνοιγμά της, έδειχνε ότι οδηγούσε σε κάποιο υπαίθριο μάλλον χώρο. Πραγματικά έτσι ήταν. Εκ πρώτης όψεως ήταν ένας ωραιότατος χώρος, είδος αυλής ή μάλλον μία τεράστια ταράτσα στον πρώτο όροφο, καθώς αυτός ήταν φανερά ανασηκωμένος από το έδαφος, που βρισκόταν τουλάχιστον σε πέντε μέτρα βάθος και αποτελούσε μέρος της μεγάλης έκτασης που απλωνόταν γενναιόδωρη μέχρι τη θάλασσα. Από την πρώτη κιόλας στιγμή όλα αυτά γίνονταν αντιληπτά σ’ όποιον στεκόταν σε οποιοδήποτε σημείο της άνετης ταράτσας. Ήταν λοιπόν μία τεράστια κρεμασμένη ταράτσα, φορτωμένη γύρω, με μεγάλες ομοιόμορφες γλάστρες με όμορφα και ασυνήθιστα λουλούδια. Ένα πολύ όμορφο ιστίο σε μπεζ απλωνόταν από την τεράστια είσοδο-έξοδο του σπιτιού στην ταράτσα και ως ένα σημείο, προστατεύοντας έτσι από τον ήλιο ή την βροχή, το μακρόστενο γυάλυνο τραπέζι και τα δώδεκα αναπαυτικά καθίσματά του. Δύο τρεις κουνιστές καρέκλες και δυο μεταλλικά καθίσματα βρίσκονταν σκόρπια στον ίδιο χώρο. Μακρυά απλωνόταν πάντα αεικίνητη η θάλασσα, ένα ολοζώντανο θαύμα γαλάζιου. Η Μίνα ανάπνευσε βαθιά. Αισθάνθηκε μια αλλόκοτη ευτυχία εκεί εξω, υψωμένη από τη γήϊνη βάση. Ήταν αυτός ο αρμονικός συνδυασμός, το δέσιμο της φύσης με την ανθρώπινη παρέμβαση. Ο Άλεξ το πρόσεξε. Την πλησίασε και πέρασε το μπράτσο του γύρω από τους ώμους της. Η Μίνα δεν αντέδρασε. Προσποιήθηκε ότι δεν καταλάβαινε τη σημασία της χειρονομίας του. Ο Άλεξ το ένιωσε και ρωτώντας «θα πιούμε κάτι;» τράβηξε ντροπιασμένος το μπράτσο του από τους ώμους της. Η Μίνα είπε απλά «ένα νερό» και βημάτισε αόριστα, κυττάζοντας μακριά την μπλε θαλάσσια γραμμή που χώριζε το νερό από τον χρυσίζοντα ορίζοντα. Ήταν κοντά μεσημέρι. Ξαφνικά έφτασαν ως αυτούς φωνές αδυνατισμένες από την κάποια απόσταση. Μέσα στην αλέα ακούστηκε ένα αυτοκίνητο. Ο Άλεξ πλησίασε στην άκρη και
κύτταξε. Πρόσφερε στη Μίνα το ποτήρι με το νερό και ύστερα προχωρώντας προς την μεγάλη τζαμωτή πόρτα φώναξε: «Μαμά έρχεται ο Ντίνος!» Η Μίνα δε αντέδρασε, δεν είπε τίποτα, παρά μόνο κάθισε σ’ ένα κάθισμα και άρχισε να πίνει αργά από το ποτήρι που κρατούσε. «Τώρα μάλιστα. Σχηματίστηκε το καρό!» σκέφτηκε. Ήταν εκνευρισμένη. Όλα της έφταιγαν. Ήξερε βέβαια τους λόγους. Επιπλέον ένιωθε πως δεν ανήκε εκεί. Ήταν ένα παράξενα οδυνειρό συναίσθημα. «Λες και είμαι μία μυίγα μες το γάλα!» σκέφτηκε. Κύτταξε πάλι μακριά στη θάλασσα. «Εκεί κάτω θα ήθελα να είμαι με τον Άλεξ ίσως, αλλά να ήταν της δικής μου σειράς και... Δε βαρυέσαι... Αυτό που με πειράζει, είναι πολύ περισσότερο από την ταξική διαφορά μας. Δεν ξέρω όμως πώς να το θέσω πια, αυτό το κάτι». Είχε μελαγχολήσει. Δεν άργησαν να ακουστούν ως εκεί που βρισκόταν, οι χαιρετισμοί στο κεφαλόσκαλο του σπιτιού. Η Μίνα ξεχώρισε τη φωνή της Μιράντας. «Καλά το ήξερα, ότι τελικά τα πράγματα άρχισαν να σοβαρεύονται μεταξύ αυτών των δύο» σκέφτηκε η Μίνα βαρυεστημένη. Στην ουσία δεν την ένοιαζε. Η Μιράντα ήταν φίλη της αλλά από τότε που έβγαινε με τον Ντίνο οι σχέσεις τους όλο και περισσότερο αλλοιώνονταν προς το τυπικό. Αυτό βέβαια ήταν πολύ περίεργο καθώς και παλιές φίλες ήταν και έβγαιναν με δύο αδέρφια. Ήταν λοιπόν ανεξήγητο πώς δούλευε το μυαλό της και το είχε σκεφτεί από μόνη της, πολύ καιρό πριν, χωρίς ωστόσο να έχει τις απαντήσεις. «Ούτε και στο μυαλό μου είμαι καλά!» μουρμούρισε σιγανά.
 
Οι φωνές μεταφέρθηκαν στο εσωτερικό του σπιιτού. Ακούστηκαν κουβέντες άλλοτε ζωηρές και άλλοτε μακρυνές από κάπου εκεί μέσα και ύστερα από μερικά λεπτά η χαρούμενη φωνή της Μιράντας στην υπέροχη ταράτσα των Παπαζάχων. -Γεια σου Μίνα! Προχώρησε γρήγορα προς τη Μίνα που είχε στο μεταξύ σηκωθεί και είχε κάνει ένα δύο βήματα για να την προϋπαντήσει χαμογελαστή αν και αρκετά συγκρατημένη. -Γεια σου κι εσένα Μιράντα! Τι κάνεις; -Καλά... πολύ καλά... κι εσύ; απάντησε η Μιράντα ρωτώντάς την ταυτόχρονα. -Ομολογουμένως αρκετά καλά, αν και θα ήθελα να βρίσκομαι εκεί κάτω στη θάλασσα, εκεί όπου χωρίζεται ο ουρανός από το νερό. Δεν είναι όμορφα; Ρώτησε με απόμακρο ύφος και έδειξε με το δάχτυλό της τον ορίζοντα, λες και ήταν μαγεμένη. Η Μιράντα την κύτταξε, προσεκτικά. -Ναι, είναι, ομολόγησε αλλά δεν μπόρεσε να μην παρατηρήσει τη μελαγχολική και μάλλον πεισματικά πεσιμιστική διάθεση της φίλης της, μέσα από τη συμπεριφορά της και τα μετρημένα λόγια της. Τη γνώριζε καλά τη φίλη της. Τη διάβαζε παρόμοια όπως η Μίνα εκείνη. Σοβαρεύτηκε ξαφνικά. Οι σκέψεις της είχαν κολλήσει στη φίλη της και στην ανεξήγητη συμπεριφορά της. «Η Μίνα άλλαξε. Τι άραγε της συμβαίνει; Δεν φαίνεται χαρούμενη. Είναι επειδή βρίσκεται εδώ, ή της συμβαίνει κάτι άλλο;» σκέφτηκε στεναχωρημένη.

Η σχέση της με τη Μίνα είχε αλλάξει εντελώς. «Τι ήταν κι εκείνη η παρεξήγηση με τους Παπαζάχους;» Σκέφτηκε πάλι και αναστέναξε. Η Μίνα το πρόσεξε αλλά δεν είπε τίποτα. Ήταν τόσο γλυκειά εκείνη η φύση. «Δε θέλω να το χαλάσω αυτό όσο βρίσκομαι εδώ πέρα! Η Μιράντα με νιώθει. Αλλά οι τύχες μας έχουν χωρίσει τώρα πια!» σκέφτηκε λυπημένη. -Γεια σου Μίνα! Ακούστηκε δυνατή η φωνή του Ντίνου. Φαινόταν πολύ ικανοποιημένος με τη ζωή του. -Γεια σου Ντίνο. Πώς είσαι; ανταπάντησε η Μίνα ήσυχα χωρίς ενθουσιασμούς. -Πολύ καλά μα τον λόγο μου και χαίρομαι που είσαι εδώ και θα κάνετε παρέα με τη Μιράντα. Η Μίνα χαμογέλασε υπομονετικά. «Δύο φίλες με δύο αδέρφια... μα την πίστη μου ακούγεται πολύ ρομαντικό!» σκέφτηκε ειρωνευόμενη τον εαυτό της. -Τι θα πιεις Μιράντα; ρώτησε ο Ντίνος. -Νερό... ευχαριστώ, είπε εκείνη. -Μόνο; Ρώτησε γελώντας πάλι ο Ντίνος. -Με τέτοιες ντάμες να δεις τι οικονομία θα κάνουμε! είπε ο Άλεξ γελώντας. Καθώς πλησίαζε την μικρή ομήγυρι, είχε ακούσει την απάντηση της Μίνας. Η κ. Παπαζάχου που ερχόταν πίσω από τον Άλεξ εκείνη τη στιγμή και είχε ακούσει, εξέφρασε την απορία της. -Δεν ήξερα ότι σ’ ενδιαφέρει τόσο η οικονομία γιε μου! Εγώ σκέφτομαι πόσο πιο έξυπνο είναι να βάζει κανείς νερό στο στομάχι του, από ένα οινοπνευματώδες ή ζαχαρούχο αναψυκτικό με τα πλέον άγνωστα, για να
μην πω άκρως επικίνδυνα συντηρητικά. Μπράβο κορίτσια! Έτσι κάνω κι εγώ. Νερό, νεράκι, νερό! Τα δύο κορίτσια σηκώθηκαν για να την υποδεχτούν χαμογελώντας. Η κυρία Παπαζάχου κάθισε, ενώ ταυτόχρονα υποδείκνυε στις δύο νέες ν’ ακολουθήσουν το παράδειγμά της. Εξαρχής της άρεσε η συμπεριφορά των δύο κοριτσιών. Ήταν ευχαριστημένη με την εκλογή των γιών της. «Πού τις ξετρύπωσαν τελικά αυτές τις κοπελιές οι γιοί μου; Τόσα χρόνια μου έφερναν κάτι μουσίτσες!» σκέφτηκε. Τόσο μάλιστα δεν ενέκρινε τις γυναικείες παρέες τους, που όταν συνέβαινε αυτό, δεν μπορούσε να κοιμηθεί από την ανησυχία της, μήπως οι γιοι της μπλεχτούν μαζί τους στα σοβαρά με κάποιες απ’ αυτές. -Στις 1.30 μ.μ. θα στρώσει τραπέζι η Ρωξάνη, είπε για να φανεί ότι ήθελε να πει κάτι. Κυρίως όμως ήθελε να δικαιολογήσει την εμφάνισή της ανάμεσά τους, «απρόσκλητη». Τελικά απομακρύνθηκε απροειδοποίητα όπως είχε εμφανιστεί, ενώ οι γιοι της ούτε που είχαν εντυπωσιαστεί από αυτή τη μικρή μητρική παρέμβαση. Οι νέοι δεν είχαν να πουν πολλά, πέρα από ένα: «εντάξει μάνα». Ήταν κάτι το φυσικό γι αυτούς. -Μίνα, σου συμβαίνει κάτι; φαίνεσαι κάπως κουρασμένη, παρατήρησε ο Ντίνος. -Θα της έρθει το κέφι σιγά-σιγά. Δεν είναι εύκολο να συναντάει κανείς την κ. Παπαζάχου! παρατήρησε ο Άλεξ πονηρά. -Γιατί το λες αυτό; μια χαρά γυναίκα είναι η οικοδέσποινα του σπιτιού, είπε η Μιράντα ήσυχα και σταθερά.

-Ευχαριστώ Μιράντα είπε ήσυχα η Μίνα. Ο Άλεξ έχει την αντίληψη ότι τα κορίτσια βλέπουν τις μητέρες των αντρών, σα μπαμπούλα. -Δεν είπα κάτι τέτοιο! Παραπονέθηκε αναψοκοκκινίζοντας ο Άλεξ. -Κορίτσια, δεν πάμε να περπατήσουμε λιγάκι κάτω στον κήπο; Είναι πολύ όμορφα εκεί ανάμεσα στις κλαίουσες ιτιές. Θα δείτε κάτι που πραγματικά δεν το φαντάζεστε. Θα σας αρέσει, πρότεινε ο Ντίνος προσπαθώντας να σώσει την παρέα από μία συζήτηση που θα μπορούσε ίσως να δυσκολέψει τα πράγματα ανάμεσά τους. Σαββατοκύριακο ήταν διάβολε. Ο Ντίνος δεν ήθελε τίποτα άλλο εκείνη τη στιγμή από το να ξεκουραστεί και να γίνουν φίλες η Μιράντα και η μητέρα του. Υπήρχε ένας πολύ σπουδαίος λόγος γι αυτή την επιθυμία του, που θαρρείς τον κρατούσε ζηλότυπα μέσα του, περιμένοντας την κατάλληλη στιγμή να τον γνωστοποιήσει. Η Μιράντα και αυτός αποτελούσαν ένα αγαπημένο ζευγάρι. Οι σχέσεις τους ήταν τόσο καλές που σκεφτόταν ύστερα από αυτή την επίσκεψη, να αποκαλύψει στην ίδια πρώτα και ύστερα στο άμεσο περιβάλλον τους την επιθυμία του να δέσει το μέλλον του με το δικό της. Είχε λοιπόν δίκιο να αισθάνεται έτσι. Μακάρι να μπορούσε να πει το ίδιο και για τη Μίνα και τον Άλεξ. Το έβλεπε πως εξ αρχής κάτι δεν είχε πάει καλά ανάμεσά τους. Ήταν κι εκείνη η αγγελία... Αυτή μάλλον ήταν η αρχή του κακού. Ποιος θα μπορούσε να το φανταστεί... ήταν αλήθεια μία παράξενη σύμπτωση το γεγονός ότι ήταν η Μίνα η νέα που είχε απογοητέψει ο Άλεξ με τη ματαίωση εκείνου του παράξενου ραντεβού τους εξαιτίας της «ξαφνικής αναχώρησής του»! Εκτός βέβαια αν αυτό που συνέβαινε με τη διάθεση της Μίνας δεν είχε καμμία σχέση με τον ίδιο, τη Μιράντα ή τον Άλεξ ή το άτυχο πρώτο ραντεβού τους. Μπορεί τελικά να ήταν πρόβλημα της ιδιοσυγκρασίας της. Και τότε... τι μπορούσε να πει κανείς; Απορούσε λοιπόν με την υπομονή του Άλεξ. Δεν φανταζόταν ότι ο αντάρτης αδερφός του διέθετε τόσο μεγάλα αποθέματα υπομονής.

Ήταν πολύ όμορφα πραγματικά. Ο Άλεξ έπιασε τη Μίνα αγκαζέ την κράτησε λίγο πιο πίσω από τους άλλους και είπε χαμηλόφωνα γέρνοντας προς το μέρος τους ενώ συνέχισαν να περπατούνε: -Θυμάμαι τη μέρα που γνωριστήκαμε. Σκέφτηκα: «Το παλιοκόριτσο δε μου δίνει σημασία, αλλά εγώ που θέλω τόσο πολύ να με προσέξει, θα πρέπει να σοφιστώ κάτι... θετικό βέβαια!» Η Μίνα απόμακρη από όλους και όλα εκείνη τη στιγμή δεν είπε τίποτα. Κυττούσε μόνο τον ολοζώντανο παράδεισο γύρω της, μπροστά της. Αλλά ο Αλεξ επέμενε: -Ξέρεις και κάτι άλλο; Αρέσεις στη μητέρα μου. Το κατάλαβα από την πρώτη στιγμή που σε κύτταξε. Η Μίνα σταμάτησε ξαφνικά και τον κύτταξε με απορία. -Πρόκειται να μου προτείνεις κάτι; ρώτησε. Ο Άλεξ την κύτταξε έκπληκτος από την ερώτηση. Αμέσως όμως συνήλθε και ρώτησε ήσυχα: -Δεν είμαστε ωραία όπως είμαστε; Τι να σου προτείνω; Γάμο; Ο γάμος σκοτώνει τον έρωτα, ενώ η δική μας σχέση είναι πολύ όμορφη. Δεν είναι; Η Μίνα κύτταξε μακριά. Μίλησε σα να απευθυνόταν στον ίδιο τον εαυτό της. -Φεύγω σε δύο ημέρες Άλεξ. Μακριά από όλους εσάς εδώ. Δε νομίζω ότι θα μπορέσω να σε ξαναδώ. Ο Άλεξ γέλασε άθελά του. Νόμιζε ότι η Μίνα αστειευόταν. -Σιγά να μην το πιστέψω αυτό, είπε. Η Μίνα δε μίλησε. Φαινόταν τόσο απόμακρη, κλειδωμένη λες σε μία κατάσταση που μόνο η ίδια κατανοούσε. Ο Άλεξ την κύτταζε στεναχωρημένος τώρα πια. Δεν καταλάβαινε τους λόγους μιας τέτοιας συμπεριφοράς. Η μέρα τους είχε αρχίσει τόσο όμορφα. Το ταξιδάκι τους ήταν καλό, η συνάντηση της Μίνας με την μητέρα του ήταν επιτυχής. Μα τότε; ‘Έτσι αλλάζει η διάθεση της Μίνας, από τη μια στιγμή στην άλλη; Τη ρώτησε με κάποια αγωνία στη φωνή του: -Έκανα πάλι κάτι που δεν έπρεπε; -Όχι... δεν έκανες τίποτα. Εγώ... σταμάτησε, και έστρεψε το βλέμμα της πέρα, προς την θάλασσα. Ο Άλεξ την σταμάτησε. Την κύτταξε στα μάτια. -Πες μου λοιπόν. Δεν μετράει καθόλου το ενδιαφέρον μου; Καλά αρχίσαμε τη μέρα μας. Το πρωΐ ήταν όλα καλά, τι συνέβη ξαφνικά; Η Μίνα απομακρύνθηκε σιωπηλή με κατεβασμένο το κεφάλι, αμίλητη τώρα πια. Ο Άλεξ την κυττούσε με απορία. Δεν ήξερε τι να υποθέσει. «Δεν καταλαβαίνω τίποτα πια... τόση προσπάθεια πάει χαμένη... Δε με θέλει... αυτό είναι. Αν μ’ ήθελε δε θα τα έκανε όλ’ αυτά. Νόμιζα πως την είχα γνωρίσει, την είχα καταλάβει. Λάθος! Η Μίνα απομακρύνεται από μένα, όλο και περισσότερο. Αλλά και σήμερα, στο Παπαζαχέϊκο; Γιατί ειδικά σήμερα; Τι άραγε φταίει; Κι να σκεφτεί κανείς ότι κέρδισε και τη συμπάθεια της μητέρας μου.
 
Ήταν αλήθεια ότι τον τελευταίο καιρό δε μιλούσε πολύ η Μίνα. Το είχαν προσέξει και οι γύρω της μεταξύ αυτών και η Μιράντα και ο Ντίνος. Απέφευγε όλο και περισσότερο την παρέα τους. Η Μιράντα που την γνώριζε πολύ καλά θα μπορούσε να πάρει όρκο ότι η φίλη της η Μίνα είχε αλλάξει ριζικά. Και όμως τα πράγματα δεν πήγαιναν καθόλου άσχημα για ‘κείνη, απ’ όσα τουλάχιστον γνώριζε η Μιράντα. Η Μίνα εργαζόταν για μία κρατική Οργάνωση, σαν ψυχολόγος του προσωπικού. Ήταν καλή η δουλειά της και τα χρήματα που την πλήρωνε η υπηρεσία της ήταν πολύ καλά. Όμως η Μίνα δεν ήταν η ίδια πλέον. Είχε αλλάξει. Κάτι της συνέβαινε. Κάτι πολύ σοβαρό ίσως που το έκρυβε επιμελώς αλλά και με πολύ κόστος τελικά. Κινδύνευε να θεωρηθεί ακοινώνητη, παράξενη, ιδιότροπη ή ό,τι άλλο ανάλογα με το τι αναμενόταν από εκείνη και ποιος την έκρινε. Η Μιράντα είχε προσπαθήσει να επικοινωνήσει το ενδιαφέρον της και την έγνοια της, να μάθει γιατί είχε κλειστεί έτσι ξαφνικά στον εαυτό της. Όμως η Μίνα δεν ανταποκρινόταν στις προσπάθειές της. Κάποια στιγμή, η Μιράντα είχε προσπαθήσει κάτι ανάλογο και με την αδερφή της Σουζάνα όμως κι εκείνη δεν την είχε διαφωτίσει. Ήταν εντελώς παράξενα όλα αυτά, αφού ακόμη και η Σουζάνα είχε γίνει λιγόλογη, ήσυχη και μελαγχολική όσο σχεδόν και η Μίνα. Πολλά τα αναπάντητα ερωτηματικά. Η Μιράντα είχε αρχίσει να ανησυχεί. Κάτι κρυβότανε πίσω από αυτές τις παράξενες συμπεριφορές της Μίνας και της Σουζάνας. Δεν αμφέβαλε καθόλου γι αυτό.
 
Μία ημέρα η Μιράντα έτυχε να περνάει μπροστά από το κεντρικό Νοσοκομείο της πόλης τους. Η Μίνα έβγαινε από την μεγάλη Πύλη συνοδευόμενη από τη μητέρα της και την αδερφή της. Μπήκαν σε ένα ταξί και έφυγαν. Η Μιράντα ανησύχησε. «Έλα Μίνα εσύ είσαι;» είχε ρωτήσει στο τηλέφωνο και η Μίνα είχε απαντήσει βαριά και ανόρεχτα. «Σας είδα να βγαίνετε από το Νοσοκομείο. Είναι κάποιος άρρωστος, παιδί μου;» Είχε ρωτήσει. «Ένας συγχωριανός μας... δεν τον ξέρεις», είχε πει η Μίνα και είχαν περάσει στα τυπικά. Όμως όχι, στο τηλέφωνο η φωνή της ακουγόταν προβληματική, ανήσυχη. Η Μιράντα είχε αρχίσει να υποψιάζεται ότι της έκρυβε κάτι κακό και μάλλον προσωπικό. Τι όμως; Είχε διαπιστωθεί ότι η Μίνα δεν ήθελε πολλά με κανέναν πλέον, κυρίως όμως με τους φίλους της ή με τους γνωστούς της. Κάποιος σοβαρός συντελεστής την επηρέαζε αρνητικά. Η συμπεριφορά της ήταν αδιάσειστη απόδειξη αυτού. -Πού θα πας λοιπόν; ρώτησε ο κεραυνοβολημένος Άλεξ -Δεν μπορώ να σου πω. Αλλά τις περίμενα αυτές τις ημέρες εδώ και έξι μήνες! απάντησε η Μίνα με ένα είδος αλλαζονείας, που ωστόσο δεν είχε κανένα λόγο να υπάρχει, ιδιαίτερα προς τον Άλεξ που της είχε φερθεί τόσο όμορφα όλο το διάστημα που έκαναν παρέα. -Ελπίζω να μη σοβαρολογείς όταν λες ότι δεν μπορείς να μου πεις. Τι σημαίνει αυτό; Νόμιζα πως μ’ αγαπάς, παραπονέθηκε όπως πάντα ο Άλεξ.

-Εσύ; Εσύ μ’ αγαπάς; τον ρώτησε εκείνη καρφώνοντας τα τεράστια μάτια της στα δικά του. Ο Άλεξ λες και έψαχνε μέσα του για την απάντηση. Την κύτταξε... -Θέλω να είμαι ειλικρινής μαζί σου. Δεν ξέρω, αν αυτό που νιώθω για σένα είναι αυτό που λένε αγάπη... Αλλά σε θεωρώ φίλη μου, δικό μου άνθρωπο, είπε στεναχωρημένα. «Ναι αυτό σίγουρα ήταν πολυτιμότερο από πολλά άλλα», σκέφτηκε η Νίνα νιώθοντας μια παράξενη χαρά μέσα της να τη ζεσταίνει. Όμως δεν ήθελε να μιλήσει άλλο. Φαινόταν πολύ κουρασμένη. -Μπορούμε να γυρίσουμε πίσω σε παρακαλώ; Τον ρώτησε ήσυχα. Ο Άλεξ δε μίλησε παρά μόνο κρατώντάς την πάντα αγκαζέ, την περπάτησε προς την κατεύθυνση του μεγάλου σπιτιού. Είχε μελαγχολήσει. Ένιωθε πως η Μίνα τον τιμωρούσε για κάτι που είχε κάνει εν αγνοία του. Οι σκέψεις του είχαν χαλάσει τελικά και τη δική του διάθεση και δεν εύρισκε τον λόγο να προσπαθεί διαρκώς να προκαλέσει το ειλικρινές ενδιαφέρον της. Περπατούσαν σιωπηλοί. Για πρώτη φορά αισθανόταν τη Μίνα να κρέμεται κυριολεκτικά από το μπράτσο του. Γιατί άραγε; Δεν είχε κάνει τίποτα απολύτως αφότου είχαν ξεκινήσει ως εκείνη τη στιγμή, και το ταξίδι τους δεν ήταν άσχημο ώστε να την κουράσει έτσι. Νέα γυναίκα ήταν. Την κύτταξε με την άκρη του ματιού του. Ήταν ασυνήθιστη χλωμή. Μήπως ήταν άρρωστη; Κι αν ήταν γιατί δεν έλεγε κάτι; Τι αλήθεια συνέβαινε; Κάτι πέρασε σαν αστραπή από το νου του και τό ‘κανε να πονέσει: πώς δεν το είχε προσέξει; η Μίνα είχε αλλάξει τον τελευταίο καιρό, ταλανιζόταν από κάποιο πρόβλημα, που της χαλούσε τη διάθεση, ακόμη περισσότερο όταν βρισκόταν ανάμεσα σε χαρούμενους κι ευτυχισμένους ανθρώπους, όπως κι εκείνη την ημέρα, ήταν ευτυχισμένοι οι λοιποί της παρέας τους. Σίγουρα κάτι τέτοιο θα πρέπει να συνέβαινε τελικά. Αποφάσισε να την παρακολουθεί αδιαμαρτύρητα, να δέχεται τα λόγια της και αν ακόμη θα έπρεπε ν’ απομακρυνθεί από κοντά του. Ωστόσο σεβόταν το γεγονός ότι δεν ήταν έτοιμη να του αποκαλύψει τι ακριβώς συνέβαινε. «Έχω υπομονή εγώ! Θα τα μάθω όλα με τον καιρό. Δεν βιάζομαι!» σκέφτηκε κυττάζοντάς την πλάγια. Την έφερε πίσω στην Ταράτσα. «Θα είσαι εντάξει για λίγο;» τη ρώτησε. «Ναι βέβαια!» απάντησε η Μίνα. Ο Άλεξ απομακρύνθηκε λέγοντας ότι θα επιστρέψει αμέσως. Και ενώ ο ίδιος κατευθύνθηκε προς ένα από τα δωμάτια της τεράστιας κατοικίας, η Μίνα ήρθε και κάθισε σε μία από τις αναπαυτικές πολυθρόνες της υπέροχης ταράτσας. Ήταν εντελώς μόνη. Ο Ντίνος με την Μιράντα που είχαν ξεκοπεί από τον Άλεξ και τη Μίνα όταν οι δυο τους είχαν μείνει πίσω, δεν είχαν επιστρέψει ακόμη. Η Μίνα θαύμασε για μία ακόμη φορά την απίστευτα όμορφη φύση που απλώνονταν μπροστά της. Τι ήταν εκείνο το χρυσάφι που χυνόταν από τον ήλιο! Μεταμόρφωνε τα πάντα σε φως, τα ζέσταινε τα ζωντάνευε τα έτρεφε. «Μόνο εμένα δεν μπορείς να θρέψεις ήλιε μου! Μόνο εμένα!» σκέφτηκε η Μίνα και τα μάτια της γέμισαν δάκρυα. Δεν μέτρησε για πόση ώρα είχε απολαύσει αυτή την ομορφιά. Έκλεισε τα μάτια της. Φαινόταν ότι υπέφερε αφάνταστα. «Με ένα τέτοιο θέαμα να απλώνεται μπροστά μου, θα ήθελα ν’ αποχαιρετήσω τη ζωή...» σκέφτηκε και τα μάτια της θόλωσαν και πάλι από ένα νέο κύμα δακρύων.

-Μητέρα λυπάμαι, αλλά δε θα καθίσουμε για το μεσημέρι. Η Μίνα δεν αισθάνεται πολύ καλά, είπε ο Άλεξ στεναχωρημένα. -Ω! μα δεν είναι δυνατόν! Τι συμβαίνει; Της είπες κάτι και την στεναχώρησες; Τον μάλωσε η μητέρα του. -Όχι μάνα, μην κάνεις έτσι. Πώς είναι δυνατόν να πω κάτι στη Μίνα. Μου αρέσει τόσο, που δεν θα μπορούσα ούτε γι’ αστείο να την κάνω να στεναχωρηθεί. -Τότε λοιπόν, γιατί δεν την οδηγείς στην κρεββατοκάμαρα της; Ίσως λίγη ξεκούραση να τα διορθώσει όλα! Τον συμβούλεψε η μητέρα του. -Νομίζω ότι δεν αρκεί αυτό μητέρα. Ίσως και να είναι άρρωστη, δεν εξηγεί, δεν θέλω να επιμείνω, δεν μπορώ να επιμείνω, είπε φανερά απογοητευμένος ο Άλεξ. Η μητέρα του τον πλησίασε και του χάϊδεψε το πρόσωπο. -Άλεξ, μη στεναχωριέσαι. Κάποτε η φύση παίζει παράξενα παιγνίδια στη διάθεση της γυναίκας. Μόνο λίγη κατανόηση και όλα θα πάνε καλά! Θα δεις! τον συμβούλεψε χαμογελώντας του τρυφερά, η μητέρα του. -Μακάρι να είναι μόνο αυτό μητέρα! είπε ο Άλεξ χωρίς να έχει πειστεί κατά βάθος από τα λόγια της.

Ο Άλεξ πλησίασε προς το μέρος όπου αναπαυόταν η Μίνα. Στάθηκε από πάνω της ένα δευτερόλεπτο και ύστερα κάθισε δίπλα της και βάλθηκε να την κυττάζει. Ένιωσε ένα πόνο μέσα του. Μια λαχτάρα και μία αγωνία. «Δε θέλω να σε χάσω Μίνα!

Είμαι ερωτευμένος μαζί σου, πώς δεν το νιώθεις αυτό; Κι όμως είσαι γυναίκα. Υποτίθεται ότι έχεις την περίφημη διαίσθηση!» Η Μίνα παρά το γεγονός ότι δεν είχε ακούσει τα βήματά του, αισθάνθηκε την παρουσία του σα προστατευτική σκέπη, και γυρίζοντας το κεφάλι της άνοιξε τα μάτια της. Ο Άλεξ ήταν εκεί και την κυττούσε. Ντράπηκε. Ανακάθισε ταραγμένη, χαμογελώντας αδέξια, ενώ με τα χέρια της προσπαθούσε να στρώσει τα μαλλιά της, έτσι από αμηχανία. -Πώς αισθάνεσαι; Τη ρώτησε εκείνος τρυφερά. -Καλά, όσο γίνεται βέβαια! Με είχε πάρει ελαφρά ο ύπνος, απάντησε ήσυχα η Μίνα. -Θέλεις αλήθεια να φύγουμε; Ξαναρώτησε ο Άλεξ. -Ναι, Άλεξ, και λυπάμαι που σας χαλάω τη συντροφιά. Όμως δεν χρειάζεται να με πας στο σπίτι μου. Έρχεται η αδερφή μου, την ειδοποίησα. Θα μας συναντήσει στα μισά του δρόμου, είπε σιγανά αποφεύγοντας επιμελώς τη ματιά του. -Με προσβάλλεις! Είπε κοκκινίζοντας ο Άλεξ και συνέχισε για τον άξιο απορίας τρόπο, της Μίνας. -Μα είναι δυνατόν; Εγώ σε έφερα εδώ, εγώ θα σε πάω πίσω στο σπίτι σου. Ειδοποίησε λοιπόν τη Σουζάνα. Για τ’ όνομα του θεού Μίνα! Τι σου συμβαίνει; Πάψε να κάνεις τη σφίγγα. Μίλησέ μου! Είπε ο Άλεξ εκνευρισμένος αυτή τη φορά. -Δεν πειράζει Άλεξ. Αλήθεια σου λέω. Αν έρθει η Σουζάνα στα μισά του δρόμου, θα μπορέσεις να επιστρέψεις πίσω εδώ και να κρατήσεις λίγη συντροφιά στην μητέρα σου. Είπε ότι σε βλέπει σπάνια. Να λοιπόν μία ευκαιρία να το κάνεις, επέμενε μαλακά τώρα η Μίνα, κυττάζοντάς τον για πρώτη φορά με κάποια τρυφερότητα. Ο Άλεξ την κύτταξε προσεκτικά. Φορτισμένος από υποψία έγινε ξαφνικά επιθετικός. -Άλλαξες, κάτι άλλαξε πάνω σου. Τι σου συμβαίνει αλήθεια; Δε θα μου πεις επιτέλους; Μιλάς με γρίφους! Η Μίνα τον κύτταξε ήρεμα. -Άλεξ, ίσως να φαίνομαι ότι άλλαξα γιατί είμαι πιο ήρεμη από ότι ήμουν πριν, τελικά. Ο Άλεξ που δεν είχε πειστεί με τα λόγια της Μίνας ρώτησε χαμηλόφωνα για να την κάνει να αντιδράσει: -Μήπως δεν σε ενδιαφέρει πλέον η συντροφιά μου; -Αυτό δεν μπορεί να ισχύει. Αν συνέβαινε κάτι τέτοιο δεν θα ήμουν εδώ σήμερα, αυτή τη στιγμή. Δεν αισθάνομαι καλά, είμαι άρρωστη. Πρέπει να πάω στο σπίτι μου. Πίστεψέ με. Θα περάσει όμως, κάτι μικροενοχλήσεις είναι, θα περάσουν. Είναι βέβαιο αυτό. Αλήθεια λυπάμαι που χάλασα την ημέρα σου ή μάλλον την ημέρα όλων σας. Συγγνώμη γι’ αυτό Άλεξ! Αφότου ο Άλεξ είχε γνωρίσει τη Μίνα είχαν αλλάξει πολλά πράγματα μέσα του, πρωτίστως όμως η θεωρία του για τις σχέσεις του με το «ασθενέστερο» φύλο. Στην ουσία αυτό το τελευταίο δεν ίσχυε. Δεν επρόκειτο αλήθεια για ασθενέστερο φύλο, πιθανόν να ήταν το περισσότερο ευαίσθητο από τα δύο, σε κάποια πράγματα. Η Μίνα του είχε αποδείξει ότι παρά την ευαισθησία της είχε και αρκετή θέληση για να είναι εντελώς ανεξάρτητη. «Παιδί μου, η γυναίκα διαθέτει μυαλό. Να μου το θυμάσαι. Παράβλεπε το σώμα της βέβαια. Αυτό το μέτρο
το διαλέγει η φύση για να παρασύρει αυτήν και το αντίθετο γένος στην παγίδα του πολλαπλασιασμού. Όχι μόνο διαθέτει μυαλό, αλλά και θέληση και πείσμα, ιδιαίτερα όταν πρόκειται να εμπλακεί σε κάποιον αγώνα. Από ερωτικό... μέχρι επαγγελματικό. Βλέπε με λοιπόν σαν άνθρωπο, όχι σα στήθος και γάμπες. Αυτό είναι προσβλητικό για την πνευματικότητά μου!» είχε πει η Μίνα σα δασκάλα σε μαθητή, που προσπαθεί να καταλάβει τις ομοιότητες, τις διαφορές ή τις σχέσεις των δύο φύλων, πέρα από τη φυσική έλξη ή τις ορμές τους.

Ο Άλεξ την κύτταξε. Σήμερα και εντελώς παράδοξα, η Μίνα του φαινόταν γλυκειά, αδύναμη, εκατό τοις εκατό γυναίκα. Πάντα την έβλεπε σα γυναίκα, αλλά να, είχε κάπως αλλάξει, είχε μαλακώσει. Το ένιωθε ότι η Μίνα είχε την ανάγκη του κι ας τον έδιωχνε μακριά της. Την κύτταξε χαμογελώντας μια στιγμή και την επόμενη έσκυψε κοντά της και έπιασε το χέρι της. Η Μίνα τον κύτταξε ύποπτα: -Τι; Τον ρώτησε. -Έτσι! Αισθάνθηκα την ανάγκη να σ’ αγγίξω, είπε ο Άλεξ βυθίζοντας τα μάτια του στα δικά της. Η Μίνα αναστέναξε και έκλεισε τα μάτια της. -Μίλησες στη μητέρα σου; -Ναι, πρότεινε να πας στο δωμάτιό σου και να ξεκουραστείς και ύστερα θα μπορούσες ν’ αποφασίσεις, είπε ο Άλεξ με υπομονή. Η Μίνα προσπάθησε να σηκωθεί. Ο Άλεξ σηκώθηκε και άπλωσε το μπράτσο του. Η Μίνα άπλωσε το χέρι της και πιάνοντας το δικό του στηρίχτηκε για να σηκωθεί. Χαμογέλασε.

-Πρέπει να πάω πίσω στο σπίτι μου. Σε δυο ώρες η αδερφή μου θα ξεκινήσει για να μας συναντήσει! Πρέπει κι εμείς να κάνουμε το ίδιο. Θα μοιραστούμε την απόσταση όπως είπαμε, επέμενε με τρυφερό τρόπο, τώρα πια. Ο Άλεξ δε μίλησε. Την παρακολουθούσε τώρα με ανησυχία. Η Νίνα πραγματικά φαινόταν άρρωστη. Ίσως ήταν καλό που ήθελε να φύγει τελικά. Χαμογέλασε με κατανόηση. Είχε μεγάλη υπομονή αυτός. Ήταν ένα από τα χαρακτηριστικά της προσωπικότητάς του. -Δεν πειράζει Μίνα. Μία άλλη φορά που θα έρθουμε εδώ, ίσως να τα καταφέρουμε να περάσουμε περισσότερες ώρες μαζί, είπε με μια ασυνήθιστη γλυκάδα και τρυφερότητα. -Ίσως, είπε λακωνικά η Νίνα, φορώντας ξανά τη μάσκα της αινιγματικής συμπεριφοράς. Το χρώμα του προσώπου της είχε γίνει ασθενικό από ααυτό το «κάτι» που την ταλάνιζε. «Καϋμένε Άλεξ! Πού νά ‘ξερες! Καλύτερα να φύγω για πάντα από κοντά σου. Δεν βγαίνει τίποτα από τη σχέση μας. Τελειώσαμε!»

Η Μίνα κυττάχτηκε στον καθρέφτη. «Άρχισε να δείχνει» σκέφτηκε. Είχε χάσει βάρος και τα μάγουλά της είχαν λακκιάσει. Η χημειοθεραπεία την έκανε να αισθάνεται πολύ άρρωστη. Της είχε κοπεί η διάθεση για φαγητό. Η έννοια και ο φόβος την έτρωγαν. Τα μαλλιά της είχαν αραιώσει πάρα πολύ, καθώς πρό τινος είχαν αρχίσει να πέφτουν. Είχε νομίσει ότι ήταν «προετοιμασμένη». Όμως άλλο είναι να σου λένε τι να περιμένεις και άλλο να το περνάς. Κάθε φορά που της έκαναν τον ορό, αρρώσταινε και τώρα είχε έρθει και η σειρά των μαλλιών της. Ήταν στο πρόγραμμα. Λίγοι ήταν εκείνοι που το σώμα τους τα κατάφερνε να μην υφίστανται αυτή τη φοβερή και ενδεικτική συνέπεια της χημειοθεραπείας. Είχε λάβει τα μέτρα της σχετικά με αυτό το θέμα. Πριν ακόμη αρχίσει τη θεραπεία, είχε αγοράσει μία καλοφτιαγμένη περούκα στο χρώμα των μαλλιών της. Είχε κιόλας κάνει δοκιμές και δεν φαινόταν ότι επρόκειτο για κάτι ξένο απάνω της. Οι γιατροί της ήταν γενικά αισιόδοξοι. Είχαν αφαιρέσει εκείνο τον μικρό όγκο από το δεξί της στήθος, που στο βιολογικό τμήμα του Νοσοκομείου είχε διαγνωστεί κακοήθης. Υπήρχε ωστόσο η πεποίθηση ότι δεν είχε πειραχτεί το λοιπό στήθος της. Οι μετεγχειρητικές εξετάσεις αίματος είχαν δείξει ότι δεν υπήρξε μετάσταση των καρκινογόνων κυττάρων. Παρά ταύτα όμως η χημειοθεραπεία επιβαλόταν για λόγους προστασίας. Μία νέα γυναίκα με ένα πρόβλημα σαν αυτό της Μίνας τι σχέση μπορούσε να έχει τελικά με έναν άντρα, με τον Άλεξ στην προκειμένη περίπτωση! Τι έπρεπε να κάνει η Μίνα; Να του το κρύψει; Να του το πει; Δεν ήταν παρά ένας φίλος. «Εντάξει, ίσως και να είναι περισσότερο φίλος, από... απλό φίλο! Αυτό τουλάχιστον έχει επιβεβαιωθεί στην συνάντησή μας στο σπίτι των γονιών του», σκεφτόταν κάθε φορά που τον έφερνε στο μυαλό της η Μίνα. Μέσα της όμως πίστευε -ακράδαντα μάλλον- ότι αν ο Άλεξ μάθαινε για την αρρώστιά της, θα αφανιζόταν από μπροστά της σα λαγός. Θα μπορούσε να βάλει το χέρι της στη φωτιά γι’ αυτό. Καϋμένη Μίνα! Η πρώτη εντύπωση για τον Άλεξ, είχε αφήσει για τα καλά τα ίχνη της, μέσα της. Για κάποιον ανεξήγητο λόγο, δεν μπορούσε να συμβιβαστεί με την εντύπωση που είχε σχηματίσει για τον Άλεξ, άλλοτε. Ήταν πολύ λυπηρό και το ήξερε, έλα όμως που δεν της περνούσε. «Άραγε αυτή η σχέση δεν είναι της εμπιστοσύνης τελικά!» είχε σκεφτεί κάποια στιγμή και είχε νιώσει τα μάγουλά της να φλογίζονται. Ήταν τρελά ερωτευμένη με τον Άλεξ, αλλά αρκετά υπερήφανη για να του το δείξει. Όχι ύστερα από εκείνο το πρώτο τηλεφωνικό επεισόδιο ανάμεσά τους, στο παρελθόν. Στις δύσκολες στιγμές τους αυτό φύτρωνε θαρρείς ανάμεσά τους, γεγονός που αποδείκνυε ότι δε θα περνούσε ποτέ! Η Μίνα ήταν πολύ εντάξει στις υποχρεώσεις της. Είχε κάνει λάθη, μέσα της δεν υπήρχε αμφιβολία γι αυτό. Όπως εκείνο το τηλεφώνημα στον άγνωστο της αγγελίας! Όμως ήταν κι αυτά ήταν στο πρόγραμμα, δεν ήταν; Τώρα πια είχε αλλάξει, είχε σοβαρευτεί. Η δουλειά της την είχε κάνει πιο προσεκτική, λιγότερο πρόθυμη κι ενθουσιώδη. Με τον Άλεξ είχαν μία σχέση που κάποια στιγμή είχε φανεί ότι θα εξελισσόταν σε κάτι ενδιαφέρον. Όμως δεν έμελλε να συμβεί αυτό, γιατί η αρρώστια είχε βάλλει ένα τέρμα σ’ αυτή την υπόθεση: «Τελεία και παύλα το λένε αυτό», είχε σκεφτεί η Μίνα και τα μάτια της είχαν υγρανθεί. Δεν ήθελε να λυπάται για την τύχη της όμως το συναίσθημα την παράσερνε, την πρόδιδε. Η Μίνα είχε γνωρίσει κάποιες όψεις της ζωής, είχε ζυγίσει λοιπόν τα πράγματα και είχε αποφασίσει ότι ήταν καλύτερα να δει τις υπόλοιπες φάσεις της μόνη, χωρίς τον Άλεξ. Γιατί να τον έκανε τον άνθρωπο να υποφέρει μαζί της; Νέος ήταν, ωραίος ήταν, πλούσιος ήταν... χαμογελούσε τώρα πια στη μνήμη της παλιάς εκείνης της αγγελίας του Άλεξ στην τοπική εφημερίδα, τότε που σαν ζιζάνιο ψάρευε κορίτσια για περιπέτεια και μόνο ή για τη μελέτη του... «άκου πράγματα το παλιόπαιδο!» είχε σκεφτεί η Μίνα για τον Άλεξ και είχε «ανάψει». Κι εκείνη όμως, που εξίσου επιπόλαια είχε βιαστεί να κλείσει ραντεβού με τον άγνωστο της αγγελίας «για το χαβαλέ» δήθεν, που όμως ύστερα της είχε κακοφανεί... όταν αυτός είχε κυριολεκτικά «πετάξει»; Είχαν περάσει αρκετοί μήνες από τότε και όλα είχαν πάρει ένα δρόμο αρκετά σοβαρό αλλά ταυτόχρονα «ολίγον τι στραβό», πίστευε η Μίνα. Και τώρα ετούτο, το τελεσίδικο, που ερχόταν να επισφραγίσει άδοξα εκείνη την μοιραία σχέση της. «Δεν ήταν γραφτό της τελικά!» σκέφτηκε και έριξε το κεφάλι της πίσω, κλείνοντας τα μάτια της. Ένιωθε απελπισία και δεν υπήρχε παρηγοριά. Η διάγνωση είχε γίνει πρίν από δύο μήνες. Η Μίνα είχε κάνει μία μικρή επέμβαση και ύστερα το βάσανο της χημειοθεραπείας. Αν και οι εξετάσεις αποδείκνυαν ότι το πρόβλημα είχε εξαλειφθεί, η χημειοθεραπεία συνεχιζόταν και η Μίνα υπέφερε. Το σώμα της αδυνάτιζε, η δύναμή της λιγόστευε... τα ερυθρά αιμοσφαίριά της λιγόστευαν και το χρώμα της είχε αλλάξει, είχε γίνει κιτρινιάρικο, «λεμονάτο» το ονόμαζε. Ύστερα από όλα αυτά είχε αποφασίσει να κόψει με τον Άλεξ. Δεν χρειαζόταν συμπάθεια ή οίκτο από κανέναν και πολύ περισσότερο από εκείνον. Ήταν πολύ υπερήφανη για να ζήσει κάτω από τέτοιες συνθήκες. Ο Άλεξ ήταν ευτυχισμένος, χαρούμενος, ξέγνοιαστος, έσφιζε από ζωή, ενώ αυτή... Αυτή ήταν ίσως το αντίθετό του, ιδιαίτερα τώρα που την είχε χτυπήσει ο καρκίνος...

Η Μιράντα δεν καταλάβαινε τι συνέβαινε με τη φίλη της τη Μίνα, είχε αλλάξει. «Κάτι τρέχει! Είναι άρρωστη, πολύ άρρωστη, δε μου το βγάζεις από το μυαλό!» είχε σκεφτεί πολλές φορές ταραγμένη. Δεν ήθελε να κάνει τον ντετέκτιβ, όμως την ενοχλούσε η σκέψη ότι η φίλη της υπέφερε και δεν της μιλούσε. Ήταν βέβαια ότι αν ήταν αλήθεια αυτό που υποψιαζόταν, τότε η Μίνα σιωπούσε γιατί συχαινόταν τον οίκτο των γύρω της. Όμως οι φίλοι δε μοιράζονται μόνο χαριτωμένα μυστικά, μοιράζονται και κάποια προβλήματα και κυρίως όταν πρόκειται για προβλήματα υγείας. «Άνθρωποι είμαστε. Κανείς δεν ξέρει τι θα φέρει η επόμενη, ακόμη και για μας τους νέους!» σκεφτόταν λυπημένη. Μ’ αυτό λοιπόν το σκεπτικό η Μιράντα είχε αποφασίσει να τηλεφωνήσει στο γραφείο της Μίνας. Το απάντησε όμως μία άλλη φωνή, άγνωστή της. Της είπε ότι έλειπε εκείνη τη στιγμή. «Μπορείτε να της δώσετε το μήνυμά μου όταν επιστρέψει;» Είχε ρωτήσει απλά. «Νομίζω ότι δε θα επιστρέψει στο γραφείο σήμερα... αύριο ίσως», είχε απαντήσει η άγνωστη. «Ευχαριστώ» είχε πει η Μιράντα και δεν είχε αφήσει μήνυμα. Την ίδια μέρα όμως αποφασισμένη καθώς ήταν να μάθει την αλήθεια, επισκέφτηκε τη Μίνα στο σπίτι της. Δεν το είχε κάνει για ένα μεγάλο διάστημα. Η κ. Ελένη, η μητέρα της Μίνας της άνοιξε λέγοντας ήσυχα: -Έλα κορίτσι μου, πέρασε! Της έκανε εντύπωση το γεγονός ότι η κ. Ελένη είχε γεράσει πολύ από την τελευταία φορά που την είχε δει. Η γυναίκα λες και είχε μαραζώσει στην κυριολεξία. Η Μιράντα ένιωσε ένα σφίξιμο στην καρδιά της.

Ακολούθησε την κ. Ελένη στο σαλόνι. Η Μίνα καθόταν ξαπλωμένη στον καναπέ του σαλονιού. Ήταν χλωμή και φαινόταν πολύ άρρωστη και εύθραυστη. -Έλα Μιράντα, κάθισε, είπε ψιθυριστά. Η Μιράντα είχε χάσει τη δύναμη που ένιωθε ότι είχε, τη στιγμή που μπήκε στο δωμάτιο της Μίνας. Όλα τα λόγια του όσμου δεν μπορούσαν να μετριάσουν το συναίσθημα που γεννήθηκε μέσα της όταν της είπε η Μίνα τα παραπάνω λόγια. Ακόμη και τα λουλούδια δίπλα της, δεν πρόσθεταν τίποτα το ζωντανό και χαριτωμένο στην καταθλιπτική ατμόσφαιρα εκείνου του χώρου. «Θε μου, δώσε μου δύναμη να της μιλήσω και να της πω τα σωστά λόγια!» -Τι σου συμβαίνει παιδί μου; τη ρώτησε μετά δυσκολίας και έσκυψε να τη φιλήσει. Η Μίνα όμως την σταμάτησε: -Όχι Μιράντα, κι άλλη φορά, μην έρχεσαι τόσο πολύ κοντά μου. Η μητέρα της ήρθε με ένα αναψυκτικό στο δίσκο. -Έλα Μιράντα μου, πάρε μία πορτοκαλάδα για να δροσιστείς. -Τι συμβαίνει κυρία Ελένη; Ρώτησε η Μιράντα αρρωστημένη, από όλο εκείνο το «εξωπραγματικό σκηνικό», όπως το είχε αποκαλέσει σιωπηλά, μέσα της. Δεν την άντεχε εκείνη την περίεργη ατμόσφαιρα που επικρατούσε στο σπίτι της Μίνας. Την προδιάθετε άσχημα, έκανε όμως κουράγιο και περίμενε ν’ ακούσει, με τον τρόμο ήδη να φωλιάζει και να απλώνεται μέσα της για να την κατακυριεύσει. Είχε άσχημα προαισθήματα.

Η κ. Ελένη βάλθηκε να μιλάει, η Μίνα ν’ ακούει ανέκφραστα και η Μιράντα να χλωμιάζει ακόμη περισσότερο και να δακρύζει ακατάπαυστα.

-Άλεξ, η Μίνα δε θα σου πει ποτέ τους λόγους των αποφάσεών της. Το δήλωσε κατηγορηματικά. Δε θέλει να σε ξαναδεί. Αυτό είπε, καλύπτει τα πάντα. Δε χρειάζονται εξηγήσεις, έτσι μου είπε, εξήγησε η Μιράντα πολύ στεναχωρημένη. Ο Άλεξ είχε χλωμιάσει. Πονούσε παράξενα. Δεν καταλάβαινε τίποτα και με το δίκιο του. Ένιωσε σαν να είχε ραπιστεί από τη Μίνα για δεύτερη φορά. Και το χειρότερο από όλα ήταν ότι δεν του είχε γνωστοποιήσει την τελική απόφασή της αυτοπροσώπως, αλλά του είχε στείλει μήνυμα με τη Μιράντα. «Ούτε πιτσιρίκια να είμασταν. Δεν μπορεί, παρά να κρύβεται πίσω από όλα αυτά ένα φοβερό μυστικό...», είχε σκεφτεί και είχε ορκιστεί να μάθει την αλήθεια και να την αντιμετωπίσει με την συγκατάθεση ή όχι της Μίνας, με την αποκάλυψη ή όχι της Μιράντας. Και ανήμπορος δεν ήταν και ήξερε και τους τρόπους για να το πετύχει αυτό. Ένα πρωϊνό λοιπόν, ο Άλεξ αποφάσισε να περιμένει υπομονετικά μέσα στο αυτοκίνητο του Ντίνου αυτή τη φορά, έξω από την πόρτα της πολυκατοικίας, όπου έμενε η Μίνα. Την είδε να βγαίνει στις 8.30 π.μ., συνοδευόμενη από τη μητέρα της, που κρατούσε μία τσάντα. Οι δύο γυναίκες χωρίς να κυττάζουν γύρω τους, περίμεναν δύο τρία λεπτά στο πεζοδρόμιο. Περίμεναν για κάποιον ή για κάτι. Ένα ταξί ήρθε και τις πήρε. Ο Άλεξ έκανε τότε κάτι που δεν είχε κάνει ποτέ άλλοτε: ακολούθησε το ταξί τους. Μετά από είκοσι περίπου λεπτά είχαν σταματήσει στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο της Πόλης. Ο Άλεξ παρκάρισε όπου βρήκε, και φορώντας ένα ζευγάρι μεγάλα σκούρα γυαλιά, έτρεξε να τις προλάβει. Πάντα από απόσταση τις παρακολούθησε. Η Μίνα και η μητέρα της αφού στάθηκαν για λίγο μπροστά στο γραφείο στην αίθουσα υποδοχής, ακολούθησαν μία γιατρό που τις οδήγησε... πού; στο ογκολογικό τμήμα! «Η μητέρα της έχει καρκίνο!» σκέφτηκε ο Άλεξ. Κατευθύνθηκε στον ίδιο όροφο και ρώτησε στο γραφείο πληροφοριών... «Μπορείτε να μου πείτε σε ποιο θάλαμο θα βρω την κ. Μπερνς;» ρώτησε. «Τη Μίνα Μπερνς;» αντερώτησε η υπάλληλος. Ο Άλεξ αν και είχε παγώσει μ’ εκείνη την απάντηση, κατόρθωσε και απάντησε: «Ναι... ναι, ευχαριστώ!» Τραβήχτηκε από τη θυρίδα πληροφοριών σαστισμένος. Ήταν σαν να τον είχε χτυπήσει κάτι κατακούτελα. Τώρα καταλάβαινε τα πάντα: τη συμπεριφορά της τους δύο τελευταίους μήνες, τις δικαιολογίες της όταν της τηλεφωνούσε, την αδιαθεσία της στο οικογενειακό εξοχικό, τα λόγια της Μιράντας. «Καϋμένη Μίνα! Πόσο λίγο με γνωρίζει μα την αλήθεια!» σκέφτηκε λυπημένος. Μέσα του είχε φουντώσει το πείσμα. Ήθελε να μιλήσει μαζί της, να μάθει τι έχει, και τι κάνει γι αυτό. Ήθελε να μάθει τα πάντα γι αυτήν, μια και ήταν ένας καλός φίλος και «μάλλον περισσότερο από φίλος, ένας άντρας ερωτευμένος μαζί της!» σκέφτηκε ξαφνικά και ένιωσε τον ιδρώτα να τον περιχύνει. Μόλις εκείνη τη στιγμή συνειδητοποιούσε τι αισθανόταν για τη Μίνα. ‘Θε μου! γιατί τώρα;’ αναρωτήθηκε με τα μάτια υγρά. Έσφιξε την πυγμή του σα να μπορούσε ν’ αντιμετωπίσει με αυτήν την επάρατο νόσο της αγαπημένης του. Περίμενε στο Νοσοκομείο διαβάζοντας τη εφημερίδα και πίνοντας ένα καφέ στην καφετηρία του Νοσοκομείου πρώτα, ύστερα αγοράζοντας ένα περιοδικό και παίρνοντας ένα σάντουϊτς. Τον θέριζε το άγχος, αλλά είχε αποφασίσει να αντιμετωπίσει τη Μίνα έστω και άρρωστη. Είδε τις δύο γυναίκες να βγαίνουν ύστερα από τέσσερις περίπου ώρες. Η Μίνα καθόταν σε αναπηρική πολυθρόνα και μία νοσοκόμα κυλούσε το καροτσάκι της. Κατ’ αρχήν του φάνηκαν κουρασμένες και οι δύο, γυναίκες, αλλά όσο περισσότερο πλησίαζαν προς το μέρος όπου είχε περάσει τόσες ώρες περιμένοντάς τες, τόσο καθαρότερα φαινόταν πως η Μίνα ήταν πολύ άρρωστη. Η νοσοκόμα σταμάτησε κάποια στιγμή. Ήταν βέβαιο ότι η Μίνα είχε ζητήσει κάτι. Η μητέρα της συμφώνησε και η Μίνα σηκώθηκε από το αναπηρικό αμαξάκι. Στάθηκε μερικές στιγμές όρθια και μάλλον αφού βεβαιώθηκε ότι μπορούσε να βαδίσει, άφησε τη Νοσοκόμα ν’ απομακρυνθεί, παίρνοντας μαζί της το αναπηρικό αμαξάκι. Η μητέρα της που την υποβαστούσε φρόντιζε να την προσέχει και να την βοηθάει. Ο Άλεξ είχε βεβαιωθεί περισσότερες από μία, φορές για το κακό που είχε χτυπήσει τη Μίνα. Σηκώθηκε αργά και προχώρησε προς το μέρος τους. Ήταν βέβαιο πως ή Μίνα ούτε που τον είχε προσέξει να πλησιάζει, έτσι αδιάθετη που ήταν. Ο Άλεξ στάθηκε μπροστά στη μητέρα της τη χαιρέτησε ευγενικά και την παρακάλεσε: «Μου επιτρέπετε;» Εκείνη είχε σαστίσει. Από μία ιδιοτροπία της Μίνας δεν είχε γνωρίσει προσωπικά τον Άλεξ. Τον είχε δει σε μία φωτογραφία μαζί της. Τον ρώτησε: «Είσαι ο Άλεξ;» Η Μίνα παρακολουθούσε έτοιμη να σωριαστεί. «Ναι» είπε ο Άλεξ και αγκαλιάζοντας τη Μίνα από τη μέση, προσπάθησε να τη στηρίξει. Η Μίνα δεν είχε όμως καθόλου δύναμη και έτσι εγκαταλείφθηκε μισολυπόθυμη, κυριολεκτικά μέσα στα χέρια του. Μία γιατρός που βρέθηκε εκεί εκείνη τη στιγμή, βιάστηκε να της πάρει τον παλμό μόλις ο Άλεξ τη σήκωσε στην αγκαλιά του και την ακούμπησε σε ένα ευρύχωρο κάθισμα. «Τι συμβαίνει; Τι έχει;» ρώτησε η γιατρός. Η μητέρα της Μίνας απάντησε. «Μόλις πριν τέσσερις ώρες είχε κάνει τον ορό. Κάνει χημειοθεραπεία. Έκανε μία μικρή εγχείρηση στο στήθος. Είχε έναν μικρό όγκο. Προληπτικά της κάνουν χημειοθεραπεία». Τα είχε πει όλα με τα δάκρυα να πλημμυρίζουν τα μάγουλά της. Η Μίνα μίλησε με πολύ αδύνατη φωνή. «Είμαι καλά, θέλω να πάω στο σπίτι μου». «Είναι συνηθισμένη αυτού του είδους η αντίδραση. Είναι νέα και θα το ξεπεράσει γρήγορα. Αύριο θα πρέπει να είναι καλύτερα» ενθάρρυνε τους συντρόφους της η γιατρός. Ύστερα απευθύνθηκε στη Μίνα: «Αν όμως δεν αισθάνεσαι καλά, είναι προτιμότερο να μείνεις εδώ απόψε» είπε. «Είστε ο σύζυγος;» Ρώτησε τον Άλεξ. «Όχι, ο αρραβωνιστικός της» απάντησε εκείνος χωρίς δισταγμό, αλλά η Μίνα ούτε και που κατάλαβε τίποτα από όλα εκείνα όσα συνέβαιναν γύρω της. Η μητέρα της έκλεισε με την παλάμη της το στόμα της απελπισμένη και τρομοκρατημένη και κύτταξε τον Άλεξ. Η Μίνα πάλι επέμενε: «Πάρτε με από δω!» Μιλούσε θαρρείς ασυνείδητα, χωρίς να νοιάζεται ποιος την έπαιρνε και πού θα την πήγαινε. Ήθελε μόνο να φύγει από εκείνο το χώρο, όπου υπέφερε με τη θεραπεία που της έκαναν.

Όταν αισθάνθηκε κάπως καλύτερα, ο Άλεξ τη σήκωσε και την πήγε στο αυτοκίνητό του. Η Μίνα είχε συνειδητοποιήσει πλέον την παρουσία του, δεν είχε όμως τη δύναμη ν’ αντιδράσει, να μιλήσει, να πει κάτι. Όταν πλησίαζαν στο σπίτι της, η Μίνα άνοιξε τα μάτια της και είπε ασθενικά. «Ήρθες λοιπόν... ξέρεις». Ο Άλεξ χαμογέλασε: «Ναι ήρθα και ξέρω». Κύτταζε μπροστά του και συχνά από τον καθρέφτη του, τη Μίνα. Όταν έφτασαν στο σπίτι της ο Άλεξ τη σήκωσε και τη μετέφερε στο ασανσέρ και από εκεί στο διαμέρισμά της. Κάθησε στα πόδια του κρεββατιού της. Την κύτταζε που ξεκουραζόταν. «Τι ντελικάτη που φαίνεται;» Σκέφτηκε ο Άλεξ κι ένα κύμα τρυφερότητας τον κατέκλυσε. Τώρα που η Μίνα φαινόταν τόσο αδύνατη, τον πονούσε. Την έφερε στο μυαλό του όταν την είχε πρωτογνωρίσει. Πικάντικη, ατίθαση, ένα ετοιμόλογο πειραχτήρι. Είχαν περάσει έξι ώρες από τη στιγμή που είχε κάνει τον ορό. Δε φαινόταν να συνέρχεται εύκολα. Ξεκουραζόταν. Ήταν χλωμή και αδύναμη. Δεν μιλούσε κανείς. Ο Άλεξ την κυττούσε λες και ήθελε να περάσει από τον εαυτό του ένα ρεύμα ζωής μέσω των ματιών του σ’ εκείνη. Κάποια στιγμή η Μίνα άνοιξε τα μάτια της και του χαμογέλασε. «Μου χρωστάς μόνο μία εξήγηση Μίνα. Νόμιζα πως είμαι δικός σου άνθρωπος. Είμαι ή δεν είμαι τελικά;» τη ρώτησε επίμονα ο Άλεξ. Η Μίνα χαμογέλασε αχνά. «Δε θέλω τον οίκτο σου. Δε θέλω τη λύπηση κανενός. Γι αυτό και δεν ήθελα να ξέρεις. Σκέφτηκα ότι δεν έπρεπε να μάθεις. Αργότερα αν ποτέ καλυτέρευα μπορεί και να σου το έλεγα. Έτσι σκεφτόμουν ξέρεις. Τώρα που το ξέρεις, θα πρέπει επίσης να ξέρεις ότι δεν μπορώ να σε ξαναδώ για ένα μεγάλο διάστημα». «Κι αν διαφωνήσω μαζί σου τι θα κάνεις; Εγώ θέλω να είμαι κοντά σου, να παρακολουθώ την πορεία της υγείας σου, να σε βοηθήσω αν μπορώ όπου και όπως μπορώ και είμαι τόσο βέβαιος ότι θα γίνεις καλά, εντελώς καλά για τον εαυτό σου για τους ανθρώπους που σε αγαπάν, για μένα». Η Μίνα δεν απάντησε. Δεν ένιωθε καλά. Όλα είχαν τελειώσει για εκείνη και το ένιωθε μέσα της βαθιά. Μισούσε το γεγονός ότι ο Άλεξ θα μπορούσε να τη βλέπει ν’ ασχημίζει, με τα μαλλιά της να πέφτουν, με τη χλωμάδα της χημειοθεραπείας, με τις αδιαθεσίες της και τις ζαλάδες της... Ζήλευε που κάποια άλλη γυναίκα θα έπαιρνε τη θέση της στο πλευρό του. Ζήλευε στη σκέψη ότι όταν η ίδια θα ήταν φευγάτη από τη ζωή, από το φως στο σκοτάδι, ίσως εκείνη την άλλη, που θα έπαιρνε τη θέση της, να την έκανε γυναίκα του! Αναστέναξε. Ήταν φρικτό. Τα ονειρά της είχαν γκρεμιστεί παταγωδώς, η ίδια το ένιωθε ως το μεδούλι των κοκκάλων της ότι είχε γκρεμιστεί στο κενό μιας βασανιστικής αβεβαιότητας για το αύριο. «Ω Άλεξ, δεν το βλέπεις επιτέλους ότι όλα άλλαξαν ανάμεσά μας; Δεν μπορώ να σκεφτώ για δύο, για σένα και για μένα. Σκέφτομαι σα να είμαι ολομοναχη στον κόσμο. Μόνο έτσι θα μπορέσω ν’ αφεθώ σ’ αυτό που περνάω χωρίς τύψεις, χωρίς άλλα ανακατωμένα συναισθήματα. Χωρίσαν οι δρόμοι μας, πίστεψέ με!» Σώπασε και έκλεισε τα μάτια της. Η μητέρα της του είπε κάτι που δεν το άκουσε τελικά η Μίνα. Ο Άλεξ έσκυψε πάνω της και τη φίλησε στο μέτωπο. Η Μίνα δεν αντέδρασε σχεδόν καθόλου. Ψιθύρισε ένα «γεια σου Άλεξ» και δε μίλησε πια. Ο Άλεξ αποχώρησε από εκείνο το χώρο. Ήταν αμίλητος και χλωμός. Ανακάλυπτε για πρώτη φορά τι σήμαινε να χάνεις τον άνθρωπό σου. Δεν μπορούσε να το πιστέψει ότι εκείνη η νέα γυναίκα θα χανόταν έτσι παράξενα, όπως παράξενα είχε μπει στη ζωή του. Δεν ήξερε αν έπρεπε να κρατήσει την επαφή του μαζί της ή να μαθαίνει τα νέα της από τη Μιράντα. Ήταν τόσο αβέβαιος αν πραγματικά τη βοηθούσε ή θα την έκανε να αισθάνεται χειρότερα. Όμως δεν θα καθόταν και με σταυρωμένα τα χέρια. Γνώριζε ανθρώπους στο εξωτερικό θα το έψαχνε. Έπρεπε να βεβαιωθεί ότι η Μίνα θα είχε την σωστότερη θεραπεία έστω και έξω από το δικό τους χώρο. -Ντίνο, χρειάζομαι τη βοήθειά σου. Πρόκειται για τη Νίνα. Πρέπει να την πάω έξω, αλλά δεν ξέρω πώς να το χειριστώ. Ίσως αν μιλήσεις με τη Μιράντα, το συζητήσουμε και οι τρεις μας να κάνουμε κάτι, να την πάμε στο Λονδίνο, ξέρεις εσύ, στο φίλο του πατέρα, στον Γεωργίου. Είναι ειδικός στον καρκίνο του μαστού και επιτυχής στη θεραπεία του... αν θυμάμαι καλά. Τα τελευταία φάρμακα άλλωστε είναι πολύ ενθαρρυντικά απ’ ότι γνωρίζω. Πρέπει να κινηθούμε. Έχει εξασθενήσει πολύ με τη ραδιοθεραπεία εδώ. Δεν ξέρω αν έχει τα καλύτερα. Ο Ντίνος τον άκουγε προσεκτικά. -Δεν υπάρχει πρόβλημα από αυτή την άποψη. Το πρόβλημα είναι η Νίνα. Την ξέρεις πόσο ιδιόρρυθμη είναι και κάποτε μπορεί να είναι δύσκολο να πειστεί.

Όπως λες, μόνο η Μιράντα σε συνεργασία με την οικογένειά της, μπορεί να καταφέρει κάτι. Όχι εμείς, αδερφέ μου. Κατάλαβες; Εμείς πίσω... στο παρασκήνιο... από εκεί θα δράσουμε, και όσο πιο διακριτικά γίνεται για να μην το πάρει είδηση και αντισταθεί. Κοντά στα άλλα είναι και τρομερά περήφανη. Ο Άλεξ κούνησε το κεφάλι του καταφατικά. Είχε δίκιο ο Ντίνος.

«Ναι Μίνα μου, όλα τα ταχτοποιήσαμε εμείς. Η αδερφή σου μαζί με τη Μιράντα, έμαθαν γι αυτόν τον γιατρό στο Λονδίνο. Ήρθαν σε επαφή και κανόνισαν να τον επισκεφτούμε» είχε πει η κ. Ελένη. «Με τι χρήματα μάνα;» είχε ρωτήσει με περιέργεια η Νίνα. «Θα τα δανειστούμε από την Τράπεζα της Σουζάνας. Δεν υπάρχει πρόβλημα. Ήταν όλοι διατεθειμένοι να βοηθήσουν. Θα τους ξεπληρώσουμε όλους, αρκεί εσύ να γίνεις καλά, κατάλαβες;» είχε πει πάλι η κ. Ελένη. Η καϋμένη η μάνα της έτρεμε και έκρυβε το δάκρυ που έκαιγε την άκρη του ματιού της. Η Μίνα δεν ήξερε βέβαια αν όλα αυτά που είχε ακούσει ήταν έτσι, αλλά είχε περάσει και σε ένα στάδιο που ήταν αβέβαια για τόσα πολλά, που στο τέλος δεν ενδιαφερόταν και πολύ. Είχε αφεθεί στα χέρια των άλλων κι αυτή απλά συμφωνούσε από αδυναμία να αντιπαλέψει. Δεν ήταν το αλλοτινό ζωηρό και σπινθηροβόλο πνεύμα. Το ηθικό της είχε πέσει στο ελάχιστο κι αυτό την είχε κλειδώσει σε μία αμηχανία και σε μία παθητική και άβουλη στάση.

Ακρωτηριασμένη λοιπόν, μ’ ένα στήθος μόνο. «Όχι δεν γινόταν τίποτα. Για κάποιο λόγο είχε
προχωρήσει και είχε κάνε ζημία. Αν ήταν μόνο αυτό θα ήταν Ο.Κ.», είχε πει ο Γεωργίου. «Είναι νέα και θα το ξεπεράσει είχε πει στη δυστυχισμένη μητέρα της, αν είναι όπως ελπίζουμε η περίπτωση της τελικής θεραπείας της. Να μη έχει γίνει δηλαδή μετάσταση. Θα την παρακουλουθεί σύναδελφος στην πόλη σας. Και κάτι άλλο. Γάμο ναι, παιδιά; όχι παιδιά!» είχε πει ο Γεωργίου με απόλυτο ύφος. Πού ήταν λοιπόν οι ελπίδες που περίμεναν; Δεν υπήρχαν. Αν ήταν τυχερή η Μίνα, το κακό θα σταματούσε εκεί. Είχαν θυμώσει με τους άλλους γιατρούς που τους είχαν βεβαιώσει ότι δεν είχε γίνει μετάσταση. Αλλά ο Γεωργίου τους είχε πει ότι δυστυχώς κι αυτό ακόμη μπορεί να συμβεί και στην πιο αισιόδοξη περίπτωση τελικά. Δεν έφταιγαν οι γιατροί λοιπόν. Η μάνα είχε θρηνήσει στα κρυφά το χαμένο γάμο, το χαμένο αγγόνι, τη χαμένη ευτυχία της περήφανης Μίνας της. Η Μίνα γύρισε πίσω στην πόλη τους ακρωτηριασμένη, δυστυχισμένη και απόλυτα κλεισμένη στον εαυτό της. Πέρασαν οι εβδομάδες με θεραπεία που τελικά ολοκληρώθηκε, με την υποστήριξη ομάδας ομοιοπαθών και ο χρόνος ο καλύτερος γιατρός όλων, θα έκαναν τη Μίνα να ορθοποδήσει. Η συμβουλή ήταν, όχι σίλικον προς αντικατάσταση του σφαγιασμένου «μέλους» της, όχι επίδειξη αισιοδοξίας μια και είχε «κατακρεουργηθεί» κι εκείνη ψυχολογικά, μαζί με το νεανικό της στήθος. Είχε περάσει μεγάλο χρονικό διάστημα από εκείνη τη τραυματική περίοδο. Η Μίνα είχε μάθει το μυστικό της υπομονής, της μετριοπαθούς αισιοδοξίας και την αποδοχή της ζωής εντός χρονικών συνόρων. Είχε μαλακώσει, είχε αλλάξει σε πολλά, είχε γίνει άλλος άνθρωπος. Πήγε στην δουλειά της την υποδέχτηκαν με τυμπανοκρουσίες και ένα τεράστιο κέϊκ. Την αγκάλιαζαν και τη φιλούσαν και την καλομελετούσαν με ευχές και με λόγια χαράς και φιλίας. Η Μίνα είχε κατασυγκινηθεί. Και ξαφνικά τον αντίκρυσε. Εκείνον τον άντρα «της αγγελίας», τον Άλεξ. Ψηλόν όμορφον, τον άντρα των ονείρων της «αλλοτινών βέβαια», σκέφτηκε παγωμένη. Ήθελε να το βάλει στα πόδια αλλά δεν κινήθηκε. -Γεια σου Μίνα! -Γεια σου Άλεξ! Τι κάνεις; -Είμαι καλά κι εσύ φαίνεσαι θαυμάσια... -Καλά είμαι, είπε εκείνη ταπεινά. Ο Άλεξ κρατούσε ένα ποτήρι στα χέρια του. Το ύψωσε και είπε με δυνατή φωνή: «Στην υγειά μας κορίτσι μου!» Η Μίνα δεν καταλάβαινε... Χαμογέλασε... «Στην υγειά σου!» είπε σε χαμηλό τόνο και ήπιε μία γουλιά από το χυμό που κρατούσε στα χέρια της. -Η μητέρα μου σου στέλνει την αγάπη της Μίνα και σου μηνύει ότι θα είναι πολύ ευτυχής αν την επισκεφτείς για το δείπνο το Σαββατοκύριακο που μας έρχεται, είπε ξαφνιάζοντάς την και πάλι. -Μα Άλεξ, πέρασε τόσος καιρός συνέβησαν τόσα, αρρώστησα, χρειάζομαι χρόνο! -Καλή μου, ο χρόνος είναι πολύτιμος για τη μητέρα μου. Είναι βλέπεις μία μεγάλη γυναίκα. Πόσον καιρό νομίζεις ότι μπορεί να περιμένει κάποιον να την επισκεφτεί και κυρίως όταν πρόκειται για το κορίτσι μου! Η Μίνα τα έχασε κυριολεκτικά... Χλώμιασε. -Δεν μπορώ να σε ξαναδώ, είπε και τα μάτια της συννέφιασαν. -Γιατί; Ρώτησε ο Άλεξ. -Γιατί! Τα είπαμε ήδη. Δεν υπάρχει «γιατί». Μα δεν το καταλαβαίνεις ότι είναι αδιάκριτο αυτό που κάνεις; Δε θα πρέπει να σεβαστείς την επιθυμία μου επιτέλους; -Και σε σέβομαι και σε αγαπάω και σε θέλω και δεν παίρνω το όχι σου σαν απάντηση. Λοιπόν όπως έλεγα, θα έρθω να σε πάρω το Σάββατο που μας έρχεται και θα περάσουμε δύο βράδυα όλο το Σαβατοκύριακο στης μητέρας μου. Θα γυρίσουμε τη Δευτέρα και δε δέχομαι αντιρήσεις επ’ αυτού. Η Μίνα έχασε το χαμόγελό της και η συννεφιά δεν άφησε τα μάτια της ως το τέλος της ημέρας. Οι συνεργάτες της και οι συνάδελφοί της λίγοι και καλοί, ένιωθαν ότι η Μίνα δεν είχε ακόμη ξεπεράσει το τραύμα της αρρώστειάς της. Προσπαθούσαν να τη βοηθήσουν κι εκείνη αναγκαζόταν να τους βεβαιώνει ότι ήταν μια χαρά. Είχαν προσέξει τη συμπεριφορά της προς τον Άλεξ και λυπόνταν, γιατί ήξεραν πως το παλικάρι την αγαπούσε και δεν θα την απαρνιόταν. Η Μίνα όμως δεν μπορούσε να τον αντιμετωπίσει όπως πριν. Είχε αλλάξει το σώμα της και ο Άλεξ θα σοκαριζόταν κυριολεκτικά όταν το μάθαινε. Κατέφυγε στις τουαλέττες. Έκλαψε καθώς σκεφτόταν επίμονα τον Άλεξ, και το πώς θα αντιδρούσε στην αλήθεια... Και πού να την αντίκρυζε και γυμνή, «μισή στήθος και μισή πλάκα!» ανατρίχιασε
και έκρυψε το πρόσωπό της με τις παλάμες της. Ήταν αλήθεια, πολύ δυστυχισμένη.

-Μίνα χαίρομαι τόσο πολύ που ήρθες παιδί μου! Ο Άλεξ μου μίλησε για τα προβλήματα υγείας που είχες... Αλλά πρώτα απ’ όλα, και πριν να κάνουμε οτιδήποτε άλλο –θ’ αφήσουμε τον Άλεξ για λίγο βέβαια, και για να μας ετοιμάσει ένα αναψυκτικό- θέλω να σου δείξω κάτι. Έλα λοιπόν μαζί μου. Η Μίνα ακολούθησε τη γηραιά κυρία Παπαζάχου καθώς εκείνη την είχε πιάσει από το χέρι και προπορευόταν, κατά μήκος ενός ευρύχωρου διαδρόμου. Αγωνιούσε τώρα. Δεν ήξερε τι να περιμένει από την κ. Παπαζάχου, που ήταν πάντα τόσο ευγενική, διακριτική... Έφτασαν τελικά στο «υπνοδωμάτιό της». Ήταν το ωραιότερο δωμάτιο που είχε δει ποτέ της, η Μίνα. Ένα τεράστιο κρεββάτι στο κέντρο του δωματίου, κυριαρχούσε στο χώρο με ένα λεπτά σκαλισμένο έβενο για κεφάλι και ένα επίσης εβένινο μπαούλο στα πόδια του. Σκόρπια με γούστο, θα ορκιζόταν ότι υπήρχαν τα πιο κομψά έπιπλα, όλα από το ίδιο ξύλο, όπως το κεφάλι του κρεββατιού και τα κομοδίνα του: ένα όμορφο και άνετο γυναικείο γραφείο, μία καρέκλα σκαλιστή πίσω του, εντοιχισμένες ντουλάπες που κάλυπταν έναν ολόκληρο τοίχο, ένα σετ από συρτάρια για ασπρόρουχα... έπιπλα που δεν ελάττωναν καθόλου το μέγεθός του τεράστιου δωματίου. Παράθυρα με παραμερισμένες τις βαριές κουρτίνες άφηναν άπλετο το φώς του ήλιου που έμπαινε από την πλευρά του κήπου. Η γηραιά κυρία της πρότεινε να καθίσει πάνω στο κρεββάτι της. Ύστερα μπροστά στα έκπληκτα μάτια της Νίνας ξεκούμπωσε το μεταξωτό πουκάμισό της και το άνοιξε αποκαλύπτοντας το στήθος της... πίσω από το στηθόδεσμό της... Το στήθος της δεν ήταν κανονικό. Το ένα, εκείνο στην αριστερά πλευρά του σώματός της, έβλεπε τώρα, ότι διέφερε. ΄Ετσι φαινόταν, αλλά το διαπίστωσε τελικά όταν η κυρία έβγαλε από τη θήκη του στηθόδεσμου ένα τεχνητό στήθος παρόμοιο με το χρώμα του δέρματος. Η Μίνα ξεροκατάπιε κοκκινίζοντας. Η μητέρα του Άλεξ την κύτταξε. Ύστερα τακτοποιήθηκε όπως πριν, κούμπωσε το πουκάμισό της και ήρθε και κάθισε δίπλα στη Μίνα. Της έπιασε τα χέρια και την κύτταξε στα μάτια με κατανόηση. -Μίνα ήθελα να ξέρεις γιατί σε καταλαβαίνω, ίσως πολύ περισσότερο από άλλους. Ζω έτσι πάνω από σαράντα χρόνια. Ο θεός με βοήθησε να ζήσω. Ο Άλεξ γεννήθηκε δύο χρόνια ύστερα από αυτή την εγχείρηση. Καταλαβαίνεις τι σημαίνει αυτό; Της έσφιξε τα χέρια. Η Μίνα άκουγε φανερά εντυπωσιασμένη και πολύ περισσότερο αναστατωμένη από την αποκάλυψη. Η κ. Παπαζάχου συνέχισε: -Θέλω να σου αποκαλύψω και κάτι ακόμη και σε παρακαλώ να δεχτείς ό,τι κι αν σου πω, σα να είσαι το ίδιο το παιδί μου. Ο Άλεξ έλαβε την πρωτοβουλία και μαζί με τον Ντίνο και τη φίλη σου Μιράντα και στη συνέχεια με την οικογένειά σου, να συνεργαστούν όλοι μαζί και έτσι πραγματοποιήθηκε το ταξίδι σου στην Αγγλία. Έπρεπε να γίνει με τρόπο ώστε να μην υποψιαστείς το παραμικρό. Όλοι το ξέρουμε πόσο υπέφερες και σε παρακαλώ να μας συγχωρέσεις για τη μικρή αυτή συνομωσία, αγάπης.

Η Μίνα χαμήλωσε το κεφάλι. Τα μάτια της έτρεχαν. Η γηραιά κυρία σαν πραγματική μητέρα της και όχι σαν μητέρα του Άλεξ, καθισμένη δίπλα της, της πρότεινε με ήσυχες κινήσει ένα κουτί χαρτομάντηλα. Ύστερα πέρασε το μπράτσο της γύρω από τους ώμους της και είπε σιγανά, μιλώντας κατευθείαν στο Νου και στην καρδιά της Μίνας. -Παιδί μου σε καταλαβαίνω όσο δεν φαντάζεσαι. Ο γιος μου όμως σ’ αγαπάει και δεν τον νοιάζει αν ένα τόσο μικρό κομμάτι λείπει από το σώμα σου. Σε παρακαλώ μην απορρίπτεις την αγάπη του... τη δική μου, όλων μας. Η ζωή είναι δώρο χαράς. Οφείλουμε λοιπόν να την αγκαλιάζουμε όσο καλύτερα μπορούμε, κι όσο τραβήξει! Η Μίνα δε μπορούσε ν’ αρθρώσει λέξη. Δεν καταλάβαινε τίποτα. Πώς ήταν δυνατόν η γυναίκα αυτή, μία μητέρα, η μητέρα του Άλεξ να της μιλάει με τόση κατανόηση, με τόσο αλτρουϊσμό, τη στιγμή που ζούσαν σε μια κοινωνία, όπου άνθρωποι σαν κι αυτήν ήταν καμμένα χαρτιά. Οι άντρες δυσκολεύονταν να έχουν σχέσεις με άτομα άρρωστα σαν τον εαυτό της. Βέβαια ήταν η επιμονή του Άλεξ... Φαίνεται ότι είχε πείσει και τη μητέρα του να την παρακαλέσει. Δεν μπορούσε να το εξηγήσει αλλιώς. Βέβαια η γηραιά κυρία είχε το παρελθόν της, και είχε καταφέρει να ζήσει. Πώς μπορούσε όμως να πει το ίδιο και για τον εαυτό της! Ο χρόνος βέβαια θα το έδειχνε. Όμως δε θα έπαιρνε έναν άνθρωπο στο λαιμό της, αν παντρευόταν τον Άλεξ και επερχόταν το μοιραίο, έτσι εξίσου απρόοπτα όπως είχε πρωτοεμφανιστεί η επάρατος νόσος;

Τις απαισιόδοξες σκέψεις της Μίνας τις διαδέχτηκε μία πρωτόγνωρη συγκίνηση. Ζούσε ακόμη... και ήταν πολύ τυχερή... απίστευτα τυχερή. Σκέφτηκε πως δεν μπορούσε να είναι και τόσο εγωΐστρια. Ότι όφειλε να ανταποκριθεί θετικά σε όλα τα θαυμάσια δείγματα αγάπης από τους γύρω της. Της φαινόταν απίστευτο να έχει τόσον κόσμο γύρω της, να την αγαπάει, να την σκέφτεται κι αυτή να νομίζει το αντίθετο. Ήταν λοιπόν τόσο ευλογημένη! Η αρρώστιά της της είχε αποκαλύψει τόσα σπουδαία πράγματα: την αξία της ζωής, και τη δύναμη της αγάπης γύρω της. Αναστέναξε. Κάθισε έτσι για αρκετή ώρα. Η μητέρα του Άλεξ περίμενε δίπλα της με υπομονή. Η Μίνα ακόμη προσπαθούσε να συμβιβαστεί και να αποδεχτεί σαν κάτι θείο, εκείνα τα υπεράνθρωπα δώρα συμπαράστασης και αγάπης. Δεν ήξερε πώς να εκφράσει την ευγνωμοσύνη της προς εκείνη την Δύναμη, εκείνη την Ενέργεια, που την αποκαλούμε Θεό, και που είχε φέρει στο δρόμο της ανθρώπους που δεν είχαν τον ελάχιστο εγωϊσμό, δεν έτρεφαν την παραμικρή προκατάληψη. Κάποια στιγμή, όταν είχε στεγνώσει πια τα μάτια της, γύρισε και κυττάζοντας τη γηραιά κυρία που περίμενε με καλωσυνάτη υπομονή να περάσει το δυνατό ρεύμα της συγκίνησής της, είπε σιγανά: «Σας ευχαριστώ!» Η Μωρήν την έκλεισε στην αγκαλιά της και είπε συγκινημένη. -Καλώς όρισες στο σπίτι σου παιδί μου. Πάμε τώρα να συναντήσουμε και τον Άλεξ που περιμένει εναγωνίως για τις αντιδράσεις σου. Αυτή τη φορά θα του δώσουμε μόνο καλά νέα. Δε συμφωνείς;

Η Μίνα κούνησε το κεφάλι της καταφατικά: -Ναι... Ναι, μόνο καλά νέα αυτή τη φορά!

-Άλεξ... Άλεξ! Φώναξε ευτυχισμένη η Μίνα ανεβαίνοντας τις σκάλες, για το γραφείο του Άλεξ. Εκείνος ακούγοντας τη δυνατή φωνή της είχε κιόλας βγει από το γραφείο του αναστατωμένος, και πήγαινε να την προϋπαντήσει. -Σιγά... σιγά, παιδί μου! είπε χαμογελώντας, βέβαιος τώρα πια από τις κινήσεις της Μίνας και τη λάμψη στα μάτια της, ότι επρόκειτο για ευχάριστα νέα. -Μπορούμε... μπορούμε, Άλεξ! είπε η Μίνα τη στιγμή που εκείνος την αγκάλιαζε πάνω σ’ ένα από τα σκαλοπάτια της σκάλας. -Πες μου λοιπόν και με τρέλανες! Είπε ο Άλεξ ανυπόμονα αυτή τη φορά. Η Μίνα ησύχασε, πήρε μια βαθιά αναπνοή, τον κύτταξε στα μάτια και ανακοίνωσε με ύφος, δήθεν επίσημο: -Άλεξ, ο Jones... -ο γιατρός μου βέβαια-, μόλις μου είπε για τα αποτελέσματα των εξετάσεών μου! Μπορούμε να αποχτήσουμε παιδί, αγάπη μου! Ο Άλεξ χωρίς να μιλήσει της έκλεισε το στόμα με ένα φιλί έντονο, γεμάτο από πόνο και ερωτικό πάθος. Δεν ήθελε να την αφήσει από την αγκαλιά του. Θα έβλεπε επιτέλους «τη Μίνα του» ευτυχισμένη και ολοκληρωμένη σαν προσωπικότητα. Είχαν υποφέρει μαζί τον πόνο της Μίνας. Εκείνος ανησυχούσε γενικά για την πικραμένη αγαπημένη του τόσο πολύ, που δεν μπορούσε να ηρεμήσει ακόμη και τις ώρες που ήταν αγκαλιασμένοι και δοσμένοι στην αγάπη τους. Η Μίνα
ένιωθε μειονεκτικά ακόμη κι αν είχε όλη την απόδειξη που χρειαζόταν για να είναι ευτυχισμένη με τον τρυφερό Άλεξ. Αυτό αναμφίβολα θα την έκανε να αισθανθεί normal και η μητρότητα θα απάλειφε κάθε αμφιβολία μέσα της για την αγάπη τριγύρω της. Η Μίνα είχε τρελαθεί από τη χαρά της εκείνο το πρωϊνό. Της είχε επιτραπεί να αποκτήσει το πολυπόθητο παιδί, το παιδί του Άλεξ. Αυτό ήταν το πολύτιμο αντίδωρό της στον αξιολάτρευτο άντρα της τον Άλεξ, για το δώρο του, της αγάπης του προς εκείνη. Είχαν περάσει τρία χρόνια από εκείνη την φοβερή περίοδο. Ήταν εντελώς καλά και τα ωάριά της υγιή. Επιτέλους μπορούσαν να το επιχειρήσουν με ασφάλεια.

-Μαρκ... έλα στη γιαγιά αγάπη μου! Το παιδάκι των δύο ετών προχώρησε προς το μέρος της γιαγιάς του. Ο Άλεξ παρακολουθούσε σιωπηλά το αγοράκι να βαδίζει προς τη μητέρα του. Η Μίνα ήταν επίσης εκεί καθισμένη σε μία πολυθρόνα. Ήταν χλωμή και αδύνατη. Είχε χάσει πολύ βάρος τους τελευταίους μήνες. Οι γιατροί είχαν πει πως υπέφερε από μία μορφή αναιμίας που δεν ήταν επικίνδυνη. Ότι όφειλε να παίρνει ανελλιπώς βιταμίνη σιδήρου, να τρώει μοσχαρίσιο κρέας και τα παρόμοια. Ο Άλεξ απέφευγε να της συμπεριφέρεται σα να ήταν άρρωστη. Δεν ήταν πολύ περιποιητικός μαζί της. Ήξερε τον χαρακτήρα της και δεν ήθελε να την πληγώσει. Υποψιαζόταν ότι η αναιμία της ήταν αποτέλεσμα της θεραπείας της με χημειοθεραπεία κατά του καρκίνου της, του στήθους. Ήλπιζε και προσευχόταν να μη συμβεί άλλο τίποτα στην
ταλαιπωρημένη Μίνα, όμως συνέβαινε και δυστυχώς ήταν μία πραγματικότητα που έπρεπε να την αντιμετωπίσουν. Η Μίνα σηκώθηκε κάποια στιγμή και προχώρησε ως την άκρη της ταράτσας. Πάντα το αγαπούσε εκείνο το σημείο. Δεν το χόρταινε. Μπορούσε να χαζεύει με το οργιαστικό πράσινο των δέντρων τριγύρω και το γαλάζιο που ξανοιγόταν πιο πέρα ατέλειωτο, χρυσαφένιο σχεδόν κάτω από τη λάμψη του ήλιου. Ανάπνευσε αχόρταγα, δυνατά. Ας ήταν ευλογημένη η οικογένεια του Άλεξ. Την είχαν υιοθετήσει σα δικό τους παιδί και όχι σα νύφη τους. Όμως ανέκαθεν ένιωθε ότι ήταν ένα βάρος. Έφταιγε ίσως η έμφοιτη περηφάνεια της. Και κάτι ακόμη: ύστερα από τη γέννηση του Μαρκ, δεν μπορούσε να πάρει απάνω της. Ένιωθε τα μέλη του σώματός της πολύ αδύνατα και δεν καταλάβαινε πως μία συνηθισμένη μορφή αναιμίας μπορούσε να της κάνει τόσο κακό. Ήθελε να μάθει περισσότερα, αλλά δεν τα κατάφερνε. Είχε αρχίσει να σκέφτεται ότι ίσως και να επρόκειτο για οικογενειακή «συνωμοσία», ώστε να μην στεναχωριέται. Τελικά αποφάσισε να επισκεφτεί έναν άγνωστο γιατρό, και αποκρύπτοντας το αληθινό όνομά της και τα συγγενή στοιχεία της, της ασθενούς, του εξήγησε τα συμπτώματά της και τον άφησε να της πάρει αίμα. Μέσα της υπήρχε η αιώνια πεποίθηση για το ευάλωτο του σώματός της. Ήταν εκείνη η αρρώστια, ο καρκίνος της και η εγχείρηση, πριν από μερικά χρόνια, που ενώ είχε κατορθώσει να τα ξεπεράσει τελικά, να ηρεμήσει και να πετύχει να συνδεθεί με τον Άλεξ ακόμη μια φορά – για τη χάρη της αγάπης του και της υπομονής του- τώρα της έδινε νέες υποψίες για κάποια αργοπορημένη μετάστασή του και ένα επικείμενο τέλος.

-Κυρία μου πάσχετε από μία μορφή αναιμίας την οποία ωστόσο μπορείτε να την βελτιώσετε με κάποιους τρόπους. Θα πρέπει να προσπαθήσετε καθώς κάποιες φορές μπορεί να εξελιχθεί σε επιζήμια... Να μην αναλώνεστε σε στεναχώριες ή άλλα προβλήματα, να τρώτε καλά, να παίρνετε τις βιταμίνες σας του σιδήρου... βιταμίνη C... κτλ. κτλ... είπε τυπικά ο γιατρός. Η Μίνα δεν άκουγε πια. ‘Ηταν βέβαια ότι κάτι δεν πήγαινε καλά με την υγεία της και ας έλεγαν όλοι ιθύνοντες και μη, ότι αυτή η αναιμία ήταν «ασχετη με την πρώτη αρρώστιά της». «Είμαι φτιαγμένη από αδύνατη «πάστα» και επομένως... περισσεύω!» σκέφτηκε κάποια στιγμή με πόνο. Δεν ήθελε να πεθάνει, να χάσει ένα μεγάλο μέρος από τη ζωή των λατρευτών της Άλεξ και του μικρού Μάρκου... Να μην είναι μαζί τους, να μη χαίρεται και να πονάει μαζί τους, να μη μοιραστεί με τον αγαπημένο της Άλεξ τις χαρές και τις αγωνίες του παιδιού τους, στο μεγάλωμά του. Να μη νιώσει εκείνα τα αδέξια χεράκια ν’ αγκαλιάζουν τον λαιμό της, εκείνα τα αθώα ματάκια, τα άπειρα στα αγαθά και στους δαίμονες της πλανεύτρας ζωής, να την κυττάζουν περίεργα. Να στερηθεί να νιώσει όπως κάθε άλλη γυναίκα που μεγαλώνει δίπλα στον άντρα της και στα παιδιά της... Ω, πόσο άτυχη και πόσο λυπημένη ήταν στ’ αλήθεια!

-Άλεξ... λυπάμαι πάρα πολύ... είναι λευχαιμία... ναι... ναι... και καθώς είναι πολύ αδύνατος ο οργανισμός της, θα πρέπει να πάρουμε την ελάχιστα απαιτούμενη σε τέτοιες περιπτώσεις ποσότητα από το νωτιαίο μυαλό ώστε αν χρειαστεί μεταμόσχευση στο μέλλον, να μην έχουμε απόρριψη. Μία τέτοια επέμβαση μπορεί να έχει καλό ποσοστό επιτυχίας, και να βοηθήσει. Αυτό βέβαια θα πρέπει να γίνει πριν από την όποια θεραπεία ώστε να μην ελαττωθούν περισσότερο τα ερυθρά αιμοσφαίρια. Ο Άλεξ δεν είπε τίποτα. Συνάντησε τον Ντίνο και τη Μιράντα. «Τι κάθεσαι και λες τώρα;» είπε η Μιράντα αγριεμένη και έτοιμη να ξεσπάσει σε κλάματα. Δεν μπορούσε να το αντέξει το νέο χτύπημα! «Εσύ δεν μπορείς... τι να κάνει τότε η Μίνα;» Ρώτησε στεναχωρημένος ο Ντίνος. «Το ξέρει αυτό;» ρώτησε τον Άλεξ. Ο Άλεξ κούνησε το κεφάλι του αρνητικά. «Τι θα κάνουμε;» Ρώτησε η Μιράντα ανάμεσα από τους λυγμούς της. «Θα την πάμε πάλι στην Αγγλία» είπε ο Άλεξ. Το είχε σκεφτεί κιόλας και το είχε αποφασίσει.

Εκείνο το πρωΐ η Μίνα δεν σηκώθηκε από το κρεββάτι. Είπε πως ήθελε να καθήσει λιγάκι ακόμη. Πήρε ένα χαρτί αλληλογραφίας και έγραψε κάτι σύντομο. Το έβαλε σε ένα φάκελλο και το φίλησε. Το έβαλε κάτω από το μαξιλάρι του Άλεξ και σηκώθηκε. Πήγε στο μπάνιο. Στο προσωπικό της ντουλαπάκι της υπήρχε ένα μικρό κουτί χαπιών ύπνου. Η Μίνα το άνοιξε. Υπήρχαν πολλά κομμάτια. Τα έβγαλε από τις θήκες τους και τα κατάπιε όλα σιγά-σιγά παίρνοντας ταυτόχρονα ένα δυνατό σιρόπι για κρυολόγημα που περιείχε μεγάλο ποσοστό ακλοόλ. Ύστερα ήρεμα κατευθύνθηκε στο κρεββάτι και ξάπλωσε. Άνοιξε το ραδιόφωνο και κατηύθυνε τη βελόνα-δείκτη σε σταθμό κλασσικής μουσικής. Έκλεισε τα μάτια της και συγκεντρώθηκε εκεί....

-Πέθανε. Τη βρήκαν νεκρή. Βρήκαν ένα γράμμα της... ...«Άλεξ... Αγάπη μου... Δεν μπορώ να περάσω μέσα από αυτή την οδυνειρή διαδικασία ξανά, για να επιμηκύνω τη ζωή μου το πολύ έξι- εφτά μήνες. Δεν θέλω να θεωρήσεις ότι είμαι μία άνανδρη, μία εγωΐστρια... Το ξέρω πως μ’ αγαπάς αληθινά, πως θα καταλάβεις και θα με συγχωρήσεις. Πες στο μωρό μας ότι το λάτρεψα όμοια με τον πατέρα του. Έτσι όπως είμαι, μόνο κακό προκαλώ με την παρουσία μου. Δε θέλω να σας νιώθω γνοιασμένους για μένα. Το μωρό μας χρειάζεται χαρούμενα πρόσωπα γύρω του για να μεγαλώσει και να γίνει ένα ευτυχισμένο παιδί. Αγάπη μου... σ’ αγαπώ περισσότερο από την ίδια τη ζωή. Μην λυπηθείς, μην θυμώσεις μαζί μου... πίστεψέ με... αυτή είναι η καλύτερη λύση... Σας αγαπάω όλους... Σας χαιρετώ... Σε φιλώ... και το μωρό μας... Με άπειρη αγάπη... αιώνια... Μίνα»


Τέλος

 





Βιογραφικό της 
Πιπίνας-Δέσποινας 
Ιωσηφίδου-
Elles

 



 

 


 
 

 

 

  


 



 
 

 

 

 

 

 

 


 

Disclaimer
While every effort has been made by ANAGNOSTIS to ensure that the information on this website is up to date and accurate, ANAGNOSTIS  does not give any guarantees, undertakings or warranties in relation to the accuracy completeness and up to date status of the above information.
ANAGNOSTIS will not be liable for any loss or damage suffered by any person arising out of the reliance of any information on this Website

.Disclaimer for content on linked sites
ANAGNOSTIS accepts no responsibility or liability for the content available at the sites linked from this Website.
Το περιοδικό δεν ευθύνεται για το περιεχόμενο άρθρων των συνεργατών.

Anagnostis  P.O.Box 25 Forest Hill 3131 Victoria Australia
 enquiry@anagnostis.info