\\               ΤΙΜΕ ΙΝ ΑΤΗΕΝS            
 




GREEKS 
IN AUSTRALIA

Explore the Map above





 


 

΄Οταν ο Βάσος επανασυνάντησε τον Μανούσο στην Αθήνα ήταν στην αρχή της σκοτεινής περιόδου της Κατοχής, τον Ιούνιο του 1941. ΄Ηταν και οι δυο Κρητικοί, και οι δυο γνωρίζονταν λίγο αμυδρά από τα προπολεμικά χρόνια στα Χανιά. Ο Βάσος ήταν παλιός τρόφιμος και απόφοιτος του τοπικού Ορφανοτροφείου που ήταν ένα προστατευόμενο ίδρυμα της Μητρόπολης Χανίων, όταν Μητροπολίτης ήταν ο Αγαθάγγελος Νινολάκης.  Ο πατέρας του Μανούσου συγγένευε με τον Μητροπολίτη. Ο  Βάσος εργαζόταν σε κάποιο κατάστημα στην πόλη και τις Κυριακές βοηθούσε στο ψαλτήρι σε μια εκκλησία της συνοικίας των Μουρνιών, όπου πήγαινε και ο Μανούσος.. ΄Είχε μαθητεύσει στην Ψαλτική σε κάποιον δάσκαλο στο Ορφανοτροφείο και ακόμη μάθαινε.

   

     Μετά το 1938 έχασαν τα ίχνη ο ένας του άλλου.  Ο  Βάσος πήγε στρατιώτης. Η οικογένεια του Μανούσου μετακινήθηκε στην Αθήνα. Είχε ένα καφενείο και καλλιεργούσαν ένα μικρό κτήμα που αγόρασαν. Φύτευαν πατάτες και λαχανικά, πωλούσαν και μερικά φρούτα. Ο γιος του ο Λευτέρης συνέχιζε το Γυμνάσιο στην Αθήνα. Με την έναρξη της Κατοχής το καφενείο το σταμάτησε. Δεν έβγαιναν.

 

    --Βρε Δασκαλάκη, εσύ εδώ; Πώς βρέθηκες  εδώ αυτό τον καιρό; Ο Βάσος γύρισε και είδε τον Μανούσο. Συναντήθηκαν στη στάση του τραμ.. Ο Βάσος του εξήγησε ότι πριν δέκα μέρες έφτασε στην Αθήνα από το Αλβανικό Μέτωπο. ΄Εψαχνε να βρει στέγη και κάτι να φάει ή κάποιο μέσο για τα Χανιά,  αλλά πλοία δεν υπήρχαν. Κάποιοι άλλοι Κρητικοί που είχε συναντήσει είχαν το ίδιο πρόβλημα. ΄Ελπιζαν ότι οι Γερμανοί θα επέτρεπαν σύντομα κάποιο καράβι να σαλπάρει για κάποιο Κρητικό λιμάνι τώρα που τελείωσαν με τη μάχη της Κρήτης.

    --«΄Ελα μαζί μου. Δεν μπορούμε πολλά πράγματα αλλά κάτι θα βολέψουμε.»

 

Πήγε. Είχαν ένα κτηματάκι  στα Νέα Λιόσια. Θα ήταν γύρω στα δυόμισι στρέμματα, περιφραγμένο. Μπροστά ήταν το σπιτάκι, μια μικρή κουζίνα, δυο υπνοδωμάτια. Στο μικρό υπνοδωμάτιο έμενε ο  Λευτέρης.  Στο βάθος υπήρχε  ένα πηγάδι και στην άλλη άκρη η κληματαριά, ένα καλυβάκι, δίπλα το κοτέτσι.

    --«Πολύ αδύνατος είσαι Βασιλάκη», του είπε η Μανούσαινα.

    -«-Τι να γίνει κυρα- Βασιλική. Από το Μέτωπο έρχομαι. Εδώ στην Αθήνα έχω μια εβδομάδα να πω ότι έφαγα κάτι. Κοιμάμαι όπου βρω. Κάτι συμπατριώτες που συνάντησα μου έδιναν καμιά ελιά, λίγα άγρια χόρτα, κανένα ρόφημα ή λίγο κρασί. ΄Ετσι την περνάω πολύ καιρό τώρα.»

    --«Σε ποιο μέρος του Μετώπου  ήσουν;» τον ρώτησε ο Λευτέρης.

    --«Στο Πόγραδετς. Είναι στην Αλβανία, στο  δυτικό μέρος της λίμνης Οχρίδα».

    --«Ακουσα ότι έγιναν άγριες μάχες στο Πόγραδετς!»΄

    --«Φοβερές! Η μονάδα μου, όμως, τότε έμπαινε. Καταλάβαμε τους γύρω λόφους. Φτάσαμε εκεί με τα πόδια από την ΄Εδεσσα. ΄Ημασταν τάγμα εφεδρείας. Μετακινούμασταν διαρκώς, πάντα κοντά στη λίμνη. Ο εχθρός ήταν πάνω στο βουνό, βόρεια. Κάθε τόσο μας βομβάρδιζε με τα κανόνια του. Τους απαντούσαμε κι εμείς. ΄Ημασταν μες το χιόνι. Φορούσαμε άσπρους χιτώνες να μη μας βλέπουν.»

    --«Σας βομβάρδιζαν τα αεροπλάνα;» ρώτησε ο Λευτέρης.

    --«΄Οταν έβρισκαν ευκαιρία. ΄Επρεπε να καλυπτόμαστε. Βοηθούσε η Παναγία και σχεδόν κάθε μέρα χιόνιζε ή είχε συννεφιά και γλυτώναμε από τα αεροπλάνα.  Εγώ έψελνα στους άλλους στρατιώτες ‘ΤηΥπερμάχω...’».

 

Κάθισαν στο τραπέζι της κουζίνας. Το μεσημεριανό φαγητό αποτελούνταν από φακές με μπόλικο νεροζούμι, από μια ψητή πατάτα, λίγες ελιές και κομμάτια κρεμμυδιού που τους έβαζαν λίγο αλατάκι από την αλατιέρα. Ψωμί δεν υπήρχε. Ο Μανούσος έκανε την προσευχή.

 

    --«Παντού έτσι είναι», είπε ο Μανούσος. «Ο πολύς κόσμος δεν έχει ούτε αυτές τις πολυτέλειες.  Βασιλάκη, σου προτείνουμε να μείνεις μαζί μας μέχρι να φύγεις για την Κρήτη. Θα τρώμε ό,τι έχουμε μια φορά την ημέρα. Θα φτιάχνουμε και κάνα ρόφημα. Εσύ την ημέρα θα μπορείς να δουλεύεις όπου βρεις δουλειά. Τη νύχτα θα κοιμάσαι στο καλυβάκι μας και θα προσέχεις το περιβόλι από τους κλέφτες. Θα σε βοηθάει και ο Ρεμπέτης ή θα τον βοηθάς κι εσύ.»

    --«Ποιος είναι ο Ρεμπέτης;»

    --«Ο σκύλος μας. ΄Ενα υπέροχο σκυλί.Διώχνει και τις αλεπούδες που επιχειρούν να φτάσουν στο κοτέτσι. Να προσέχεις να μην του ρίξει κανένας τίποτα και το δηλητηριάσει.  Και αυτός πεινάει ο φουκαράς. Κι αυτουνού, χόρτα και αποφάγια του δίνουμε. Αν είχαμε ξεροκόμματα θα τρώγαμε κι εμείς!»

 

Ο Βάσος δέχτηκε. Ποιος ξέρει πότε θα μπορούσε να βρεθεί καράβι για την Κρήτη!

    --«Θα κοιτάξω επίσης για καμιά δουλειά», είπε.

    --«Να κοιτάξεις Βασιλάκη, Τα πράγματα πάνε άσχημα. Οι γερμανοί μαζεύουν τα σιτηρά και τα τρόφιμα απ’ τις αγορές για το στρατό τους. Ο κόσμος άρχισε να πεινάει. Θα πρέπει να προσέχουμε τι ξοδεύουμε.»

    -- «Δεν έχω φάει για μήνες έτσι φαγητό», είπε ο Βάσος.

    --«Τα πράγματα θα χειροτερέψουν», είπε ο Μανούσος. «Ο Θεός το ξέρει τι θα γίνει το χειμώνα! Το σπίτι και το καλυβάκι τα μετατρέψαμε σε αποθήκες. Πουλάμε τα περισσότερα από τα προϊόντα του περιβολιού αλλά θα πρέπει να εξοικονομούμε τρόφιμα για τους μήνες που έρχονται. ΄Εχουμε δυο αίγες,  δίπλα στο καλυβάκι. Τα κατσίκια, τα τρία τα πουλήσαμε να πάρουμε έναν τενεκέ λάδι και μερικά πιτάλευρα. Το άλλο το φάγαμε.»

 

Ο Βάσος έβγαλε τη φυσαρμόνικά του και έπαιξε τραγουδώντας ένα παλιό κρητικό τραγούδι. Ο Λευτέρης τον άκουγε με θαυμασμό.

Το απόγευμα εγκαταστάθηκε για μερικό καιρό στο καλυβάκι του Μανούσου. Ο Ρεμπέτης, ο σκύλος, έγινε καλός του φίλος. Του τραγουδούσε με τη φυσαρμόνικα.  Μερικές φορές τη νύχτα προσπαθούσαν κάποιοι να μπουν από τα σύρματα να κλέψουν καμιά λαχανίδα ή ό,τι άλλο έβρισκαν αλλά ο Ρεμπέτης τους έκανε και έπαιρναν δρόμο. Η αλήθεια είναι ότι ο κόσμος πείναγε και έψαχνε ο,τιδήποτε να βάλει στο στόμα του.

 

Την ημέρα ο Βάσος γύριζε στην Αθήνα να βρει κάποια εργασία. Κάποιος του συνέστησε να πουλάει παστέλια. Δεν είχε άδεια αλλά και ποιος είχε εκείνο τον καιρό. Το αφεντικό τον είδε έτσι αυθόρμητο και πρόθυμο και τον εμπιστεύτηκε. Πήγαινε όπου είχε κόσμο μαζεμένο. Εκείνο τον καιρό ο κόσμος συγκεντρωνόταν στους δρόμους, στις εκκλησίες, στα δεντροφυτεμένα παρκάκια για ν’ αποφεύγει τον καυτερό ήλιο του μεσημεριού. Αυτός διαλαλούσε την πραμάτια του πάντοτε με κάποιο πρωτότυπο τρόπο:

 

«Πάρε ένα παστέλι, να τρως, να μη σε μέλει.

έξι ώρες ξεπείνασμα, παστέλι με το μέλι!

Εσπούδασα στην Αραπιά, παστέλι με το μέλι.

Έξι ώρες ξεπείνασμα, παστέλι με το μέλι!»

 

    Οι μαζεμένοι και οι περαστικοί έβλεπαν την πραμάτια και έτρεχαν τα σάλια τους αλλά λίγοι μπορούσαν ν’ αγοράσουν. ΄Αλλες φορές ο Μανούσος έδινε στο Βάσο να πωλήσει πατάτες, κρεμμύδια ή σκόρδα από το χτήμα τους. Εκείνος έπαιρνε ένα καλάθι ή φορτωνόταν τις πλεξoούδες με τα κρεμμύδια ή τα σκόρδα και γύριζε και τις διαλαλούσε στις γειτονιές. Πάλι, οι νοικοκυρές τον ρωτούσαν για τις τιμές αλλά λίγες έπαιρναν καμιά πατάτα, κανένα κρεμμύδι κανένα κεφάλι σκόρδα.

 

  ΄Ενα μήνα αργότερα ο Βάσος βρήκε δουλειά σε ένα παπλωματάδικο. ΄Ηταν η δουλειά που έκανε στα Χανιά πριν πάει στρατιώτης. Λόγω των αναγκών του στρατού κατοχής και των μετακινήσεων, το μαγαζί είχε αρκετές παραγγελίες για στρώματα και παπλώματα και η εργασία ήταν συνεχής. Είχε έρθει ο Δεκέμβρης και ο Βάσος εξακολουθούσε να βρίσκεται στην Αθήνα.

   

   Τα πρωινά των Κυριακών ο Βάσος είχε αργία. Με τον Μανούσο πήγαιναν στην εκκλησία. ΄Ενα μεσημέρι, μετά την εκκλησία, περιπλανήθηκαν για λίγο στους δρόμους. Πεινούσαν. Ο Βάσος  πρότεινε στο Μανούσο να πάνε σ’ ένα ταβερνάκι που ήξερε εκεί κοντά. Είχε στην τσέπη του μερικά κατοχικά νομίσματα. Είχε και ένα κομμάτι ψωμί και ένα παστέλι. Θα μπορούσαν να τα μοιραστούν.

 

  Μπήκαν στο ταβερνάκι, κάθισαν σ’ ένα γωνιακό τραπέζι. Παρήγγειλαν χόρτα και από μία μαριδάκια και από ένα ποτήρι ρετσίνα. Το κατάστημα δεν είχε ψωμί. Το ψωμί ήταν δυσεύρυτο και πολύ ακριβό, αν το εύρισκες. Τρεις-τέσσερις παρέες κάθονταν σε μερικά άλλα τραπεζάκια.

Τα χόρτα ήταν νερόβραστα με ελάχιστα ίχνη λαδιού. Ο Βάσος ύψωσε τη φωνή του.

    --«Τι είναι εδώ; Πού είναι το λάδι;»

    --«Μη φωνάζεις Βασίλη, ντροπή είναι», είπε ο Μανούσος.

    --«Τι ντροπή, μωρέ. Δεν το πληρώνουμε το φαγητό;»

Ο ιδιοκτήτης που άκουσε τη ζωηρή συζήτηση, πλησίασε στο τραπέζι.

    --«Τι επιθυμούν οι κύριοι;»

    --«Τι επιθυμούμε; Το λάδι επιθυμούμε. Τρώγονται τα χόρτα χωρίς λάδι;»

    --«Από πού είστε κύριε;»

    --«Από την Κρήτη είμαι. Αν θέλεις να ξέρεις.»

    --«Τι λες πατριώτη; Από τη λαδομάνα είσαι;»

    --«Είναι ανάγκη να σου πω ότι είμαι απί τη λαδομάνα να βάλεις λίγο λάδι στα χόρτα;»

 

   Ο ιδιοκτήτης έφερε το λαδικό και έσταξε μερικές ακόμη σταγόνες στα χόρτα.

Ο Βάσος έβγαλε από την τσέπη του το ψωμί. Το έκοψε,  έδωσε το μισό στο Μανούσο και άρχισαν να τρώνε.

Αμέσως κάποιος από το διπλανό τραπέζι σηκώνεται και τους πλησιάζει.

    --«Μας δίνετε κι εμάς μια μπουκίτσα ψωμί να νοστιμήσει το φαγητό μας;» παρακάλεσε.

Ο Βάσος έκοψε το δικό του κομμάτι και του έδωσε το μισό.

    --«Σας ευχαριστώ! Σας ευχαριστώ!» Μετά από λίγο ρωτάει πάλι ο διπλανός:

    --«Σας  πειράζει να έρθουμε κι εμείς στο τραπέζι σας;» «Βαγγέλης Τρίγκης είναι το όνομά μου. Φαίνεστε καλοί άνθρωποι.»

    --«Βάσος Δασκαλάκης. Και από εδώ ο φίλος μου ο Μανούσος.»

Ο ξένος ήταν ένας μελαχροινός ξερακιανός σαραντάρης με την αραβωνιαστικιά του Κατίνα και την αδελφή του Λουκία. Οι κοπέλες φαίνονταν γύρω στα τριανταπέντε.

    --«Ελάτε, είπε ο Βάσος. Καλύτερα να είμαστε περισσότεροι». Φέρανε τις καρέκλες τους, ένωσαν τα δυο τραπέζια. Ο Βαγγέλης παρήγγειλε ποτήρια ρετσίνα για όλους.

 

Ο Βαγγέλης είχε ένα τσαγκαράδικο κοντά στην πλατεία. Με την κατοχή πέσανε οι δουλειές του. Ποιος διορθώνει παπούτσια αυτό τον καιρό! Πολλά μαγαζιά κλείνανε ή είχαν αναδουλιές. Ο κόσμος υποφέρει. Πεθαίνει από την πείνα.

    --«Δουλεύεις Παλικάρι;»  ρώτησε τον Βάσο.

«Δουλεύει σ’ ένα παπλωματάδικο. Ελπίζει όχι για πολύ. Ψάχνει να βρει καράβι να επιστρέψει στην Κρήτη. Γύρισε από το Μέτωπο.»

    --«Πού ήσουν στο Μέτωπο; Ελπίζω να μην υπέφερες από κρεοπαγήματα. ΄Ενας παλιός γνωστός μου, του κόψανε το αριστερό ποδάρι.»

    --«΄Ημουν στο Πόγραδετς. Χιόνι, πάγοι συνεχώς. Τα πόδια μου πονούσαν φοβερά. ΄Εκλαιγα. Δεν μπορούσα να βγάλω τα άρβυλά μου. Τα έβγαζα. Τα πόδια μου πρίζονταν. Δεν μπορούσα μετά να τα βάλω.»

 «Γιατί κλαις; μου έλεγε ο Στέλιος δίπλα μου. Εμείς δεν κλαίμε». ΄Ηταν Μακεδόνας.

    --«Οι Μακεδόνες είναι συνηθισμένοι στα χιόνια και τους πάγους.»

    --«Γιατί  κλαίω;» του είπα.» Πρέπει να υπάρχει λόγος. Εμείς οι Κρητικοί δεν είμαστε συνηθισμένοι σε τέτοια κρύα. Είχαμε και τους κοκορόφτερους κάθε τόσο με τους βομβαρδισμούς τους.»

    --«Αρχισαν τώρα να κοκορεύονται και οι κοκορόφτεροι.»

    --«Ας χρωστάνε χάρη στους Γερμανούς.» «Καλά παιδιά οι Μακεδόνες. Με το Στέλιο και τους  άλλους μόλις άρχισε ο πόλεμος βαδίσαμε μέχρι εκεί από την ΄Εδεσσα, όπου στρατοπέδευε το τάγμα μας. Το πρωί της 28ης μας ανακοίνωσαν ότι αμέσως μετά το φαγητό αναχωρούμε. Οι Ιταλοί μας κήρυξαν τον πόλεμο. Από τη σκέψη, από τη στενοχώρια δεν μπορούσαμε να φάμε. Το φαγητό δεν πήγαινε κάτω. Τα πολυβόλα στις μάχες θερίζουν. Αλλά λέγαμε πάλι, για την πατρίδα όλα.»

    --«΄Ηταν φίλος σου ο Στέλιος;»

    --«Πολύ καλός φίλος. Σκοτώθηκε αργότερα στο Πόγραδετς σε έναν βομβαρδισμό.»

    --«Βομβαρδίζανε;»

    --«Κάθε τόσο. Μερικές φορές, όμως, στο γάμο του Καραγκιόζη. Οι οβίδες έσκαγαν στους λόφους ή πέφτανε στη λίμνη Οχρίδα και σκότωναν τα ψάρια. Μια μέρα μια μεγάλη γάτα έβγαζε από τη λίμνη ένα τεράστιο σκοτωμένο ψάρι, δυο φορές μεγαλύτερο από αυτή.  Θα ήταν μισό μέτρο. Δεν μπορούσε  να το τραβήξει εύκολα. Ετρεξα και της το πήρα. Το ψήσαμε. Φάγανε και τα εννέα άτομα της ομάδας μου από εκείνο το ψάρι! Τόσο μεγάλο ήταν!»

    --«Είχατε προβλήματα με τον ανεφοδιασμό;»

    --«Τι νομίζεις;Τα μουλάρια ψόφαγαν από το κρύο και τις λάσπες. Μια μέρα είμασταν νηστικοί οχτώ μέρες. ΄Εφεραν μερικά ωμά κολοκύθια. Εγώ δεν τρώω ποτέ κολοκύθια. Πέσαμε όλοι πάνω στα ωμά κολοκύθια και τα τρώγαμε σαν να ήτανε πεπόνια!»

    --«Πώς έγινε με τον Στέλιο;»

    --«Μέναμε εκείνες τις κρύες μέρες στο άδειο σπίτι ενός Αλβανού. Αν καμιά οβίδα έπεφτε πάνω στο σπίτι μπορούσε να μας σκοτώσει όλους. Είμασταν όλοι ξαπλωμένοι ανάσκελα, με τα πόδια τεντωμένα. Ο Στέλιοςς δίπλα μου. Το δεξί του πόδι ήταν μισοσηκωμένο. Η οβίδα έπεσε δίπλα από το σπίτι. Μερικά βλήματα πέρασαν από το παράθυρο μέσα στο δωμάτιο. ΄Ενα βλήμα βρήκε το Στέλιο στο γόνατο του μισοσηκωμένου ποδιού. Η αιμορραγία ήταν ακατάσχετη. Το παιδί πονούσε, έκλαιγε: «Μαμάκα μου, Μπαμπάκα μου!» Προσπάθησα να το δέσω με τον ατομικό μου επίδεσμο. ΄Η πληγή ήταν μεγάλη, δεν έφτανε ο επίδεσμος. ΄Ετρεξα πρηνιδόν στο λόχο καμιά πεντακοσαριά μέτρα μακριά. ΄Ηρθαν οι τραυματιοφορείς και τον πήραν με μια μοτοσυκλέτα για το ορεινό χειρουργείο.  Είχε χάσει πολύ αίμα. Ως το βράδυ πέθανε. Δεν είχαμε τα μέσα.»

    --«Κρίμα το παλικάρι!»

    --«Χιλιάδες παλικάρια! ΄Αλλοι στις μάχες, άλλοι από τα κρυοπαγήματα και τις κακουχίες. Ανάθεμα σε κείνους που αρχίζουν τους πολέμους!»

    --«Εγώ πήγα στη Μικρά Ασία, είπε ο Βαγγέλης. Τραγικές καταστάσεις. Αλλά εγώ ήμουν νεοσύλλεκτος. Μόλις έφτασα έγινε η υποχώρηση. Περάσαμε στη Χίο.»

« Τι έγινε με τη δική σας υποχώρηση;»

    --«΄Οταν επιτέθηκαν οι γερμανοί υποχωρήσαμε. ΄Ενα πρωί, όταν φτάσαμε στα υψώματα της Καστοριάς μας είπε ο λοχαγός μας πως οι γερμανοί προελαύνουν. Πετάξτε ή  σπάστε τα όπλα σας,  σηκώστε άσπρα μαντήλια ή ό,τι έχετε άσπρο και  παραδοθείτε στους γερμανούς».  «Οι γερμανοί  έσπαζαν ότι έβρισκαν από τα όπλα μας. Μας ρωτούσαν:» «Πιστόλι; Κιάλια;» «Αυτά τα μάζευαν.» « Μετά συνεχίσαμε τον ποδαρόδρομο για την Αθήνα. ΄Εβρεχε, μερικές φορές καταρρακτωδώς! Στην Αγία Κυριακή ένα γερμανικό τανκ είχε κολλήσει στη λάσπη. Οι γερμανοί μας μάζεψαν όλους να σπρώξουμε.» « Βάλτε δύναμη, μας είπαν και φωνάξτε «αέρααα», όπως φωνάζατε στους ιταλούς.» «΄Ολοι πήραν φόρα να σπρώξουν φωνάζοντας «αέρααα» και το γερμανικό τανκ ξεκόλλησε από τις λάσπες.»

    --«΄Ηρθατε μέχρι την Αθήνα με τα πόδια;»

    --«Μέχρι τη Θήβα. Από τη Θήβα και κάτω η σιδηροδρομική γραμμή λειτουργούσε. Μπορούσαμε να πάρουμε το τρένο. Μπαίνω στο βαγόνι. Βλέπω κάτι λιμοκοντόρους ιταλούς να κρατούν αγκαλιά και να φιλούν κάτι δικές μας κοπέλες. Μου ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι: Για να τις ειρωνευτώ είπα σε μία από αυτές:»

    --«Με το χαμόγελο στα χείλη, πάνε οι φαντάροι μας μπροστά;»

    --«Αν ξαναπείς άλλη μια λέξη, μου λέει αυτή, θα του το πω, να σε κάνει μπαούλο στο ξύλο.»

«Τι να της πεις; Κοίταζα έξω από το παράθυρο τους άνδρες και τις γυναίκες που δούλευαν στα χωράφια τους. ΄Εβλεπα μια διαφορετική Ελλάδα!»

    --«Ε, δεν μπορεί να ήταν όλες έτσι!», είπε η Λουκία, σπάζοντας τη σιωπή.

    --«Οχι βέβαια. Δυο-τρεις χαζές.»

    --«Δεν κάθεσαι στην Αθήνα, Βάσο; Εσύ θα τα καταφέρεις, είπε ο Βαγγέλης.»

    --«Δεν κάθομαι Βαγγέλη. Στα Χανιά με περιμένουν η αδελφή μου η Μαρίκα, η θεία μου η Στέλλα. Με περιμένουν πολλοί φίλοι να γυρίσω.»

Ο Βάσος παρήγγειλε μαριδάκια και ποτήρια κρασί για όλους. ΄Εβγαλε τη φυσαρμόνικά του και άρχισε να παίζει «Πότε θα κάνει ξαστεριά!». ΄Ηταν  καλός τραγουδιστής αλλά για το φόβο των Ιουδαίων μόνο το σκοπό έπαιζε. Οι άλλοι θαμώνες μαζεύτηκαν γύρω και άρχισαν να χειροκροτούν.

 

Χρήστος Ν. Φίφης

Μελβούρνη


 

 


 

 

 

 

 

 

 

 

 

 


Disclaimer
While every effort has been made by ANAGNOSTIS to ensure that the information on this website is up to date and accurate, ANAGNOSTIS  does not give any guarantees, undertakings or warranties in relation to the accuracy completeness and up to date status of the above information.
ANAGNOSTIS will not be liable for any loss or damage suffered by any person arising out of the reliance of any information on this Website

.Disclaimer for content on linked sites
ANAGNOSTIS accepts no responsibility or liability for the content available at the sites linked from this Website.
Το περιοδικό δεν ευθύνεται για το περιεχόμενο άρθρων των συνεργατών.

Anagnostis  P.O.Box 25 Forest Hill 3131 Victoria Australia
 enquiry@anagnostis.info